Σεμνή κατά πάντα η μουσική θεών εύρημα ούσα.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΤΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΤΕΝΤΕΥΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

Αλέξανδρος Σπίτζινγκ... Ένας δάσκαλος με όραμα

 


Είναι αξιαγάπητος, είναι σεμνός, είναι ο δάσκαλος

Είναι ο κύριος Άλεξ όπως τα παιδιά τον αποκαλούν. 
Γράφει η Γεωργία Σταυριανέα



    Ο Αλέξανδρος Σπίτζινγκ ένας άνθρωπος με όραμα, που κατάφερε να κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό από μικρούς και μεγάλους, με μόνο όπλο του την σεμνότητα, την ακούραστη δουλειά του, το Μπουζούκι, το Λαούτο, και το Ούτι του. 

    Ένας δάσκαλος που με το "μαγικό του αυλό" οδήγησε παιδιά  και μεγάλους στον κόσμο της μουσικής, στον κόσμο της παράδοσης, στον κόσμο της ευγενούς άμιλλας. 

   Όλοι στο νησί μας τον γνωρίζουν και έχουν ακούσει τον Αλέξανδρο και την ορχήστρα του την Εστουδιαντίνα, μια ιδιαίτερη ορχήστρα στην οποία συμμετέχουν παιδιά από 7 εως 70 χρονών... μια ορχήστρα που κάνει συναυλίες για ψυχαγωγικούς αλλά και φιλανθρωπικούς σκοπούς, μια ορχήστρα μέσα από την οποία τα παιδιά έμαθαν να αγαπούν και να σέβονται την μουσική μας παράδοση.

Ποιος είναι όμως ο Αλέξανδρος Σπίτζινγκ, «ο πιο Έλληνας από τους Έλληνες» όπως πάρα πολλοί επισημαίνουν; 

Ο Αλέξανδρος  που έκανε την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα του; 

Ας τον γνωρίσουμε λοιπόν καλλίτερα.




 
Αποφασίσαμε να κάνουμε αυτή τη συνέντευξη μακριά από την πόλη, για να τηρήσουμε  τους κανόνες της καραντίνας αφ’ ενός, αλλά και για να υποδεχτούμε το Μάρτη που μας ήρθε ηλιόλουστος και φωτεινός, απολαμβάνοντας τη διαδρομή από το πανέμορφο Σφεντούρι με προορισμό το Δρακόσπιτο.


 


Αλέξανδρε ας ξεκινήσουμε την κουβέντα μας με την  εύλογη ερώτηση, που φαντάζομαι θα έχεις βαρεθεί να απαντάς. Πως βρέθηκες στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στην Αίγινα; Ποιο ήταν εκείνο το «κλικ» που οδήγησε τα βήματα σου σ’ αυτό τον τόπο;

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Μόνιμα στην Ελλάδα ήρθα το 1988 αλλά είχαν προηγηθεί πολλαπλά ταξίδια, οι γονείς μου είναι φιλέλληνες, από ένα γερμανικό φιλελληνικό υπόβαθρο, και ερχόμαστε κάθε χρονιά στην Ελλάδα, σχεδόν κάθε χρονιά. 

Το πρώτο ταξίδι που είχαμε έρθει στην Ελλάδα ήταν στην Αίγινα, νομίζω ήμουν τεσσάρων ή πέντε χρονών και ήρθαμε στην Αγία Μαρίνα για καλοκαιρινές διακοπές, μπορώ να πω ότι από εκείνη την επίσκεψη είναι και οι πιο πολλές αναμνήσεις σαν παιδί, ίσως γιατί με είχαν εντυπωσιάσει  πολύ…ξέρεις… το γαϊδουράκι, η θάλασσα, και βέβαια ένα που με εντυπωσίασε ακόμα πιο πολύ ήταν η μουσική. 


Θυμάμαι τοτε, ότι είμαστε σε μια ταβέρνα που είχε και τζουκ μπόξ, και πάντα ερχόταν ένας άντρας ο οποίος χόρευε μάλλον ζεϊμπέκικο, και μάλιστα κάποια φορά με πήρε αγκαλιά και χόρευε ζεϊμπέκικο, ήμουν μικρούλης αλλά είναι μια από τις έντονες αναμνήσεις αυτή. 




Αργότερα στην Ελλάδα είχα αρχίσει να έρχομαι και μόνος μου, με κάθε ευκαιρία, κάθε καλοκαίρι. 

Τότε λοιπόν ήρθε η σύμπτωση. Δούλευα σε μια ταβέρνα στη Γερμανία και ο μαγαζάτορας ο Λευτέρης, άνοιξε ένα μαγαζί στην Αίγινα, το ξακουστό Bolero, έτσι κάθε χρόνο για τα επόμενα τρία χρόνια ερχόμουν στην Αίγινα και δούλευα πάνω από τρεις μήνες τα καλοκαίρια, και αυτό έγινε το σκαλοπάτι… 

Είχα σκεφτεί από την προηγούμενη χρονιά να μείνω στην Ελλάδα, και όταν ήρθα το καλοκαίρι είχα μαζέψει και έφερα και τα πράγματα μου με σκοπό να μείνω μόνιμα. 

Πάντα  είχα τη σκέψη αν θα πάνε όλα καλά… και δεν πήγανε όλα καλά… αλλά  τελικά ήθελα να μείνω και έμεινα, με δύσκολες στην αρχή οικονομικές συνθήκες, αλλά μετά πήγαν καλά τα πράγματα… και ήμουν καλά εδώ, πολύ καλά.

Θέλω να πω εδώ, πως ο Λευτέρης που ήταν ο ιδιοκτήτης του Συρτάκι στο Αμβούργο, και του Bolero στην Αίγινα,  με στήριξε πάρα πολύ με τις μουσικές του γνώσεις. 

Είναι καλός μουσικός, και με βοήθησε στο μπουζούκι ενώ ο ίδιος  έπαιζε πιάνο και κιθάρα.. Θεωρώ πως ο Λευτέρης είναι  εκείνος που μου άνοιξε το δρόμο στο μουσικό επάγγελμα, και με στήριξε στα πρώτα  μου βήματα στην Ελλάδα. 




 Οι γονείς σου πως αντιμετώπισαν αυτή την απόφαση σου να μείνεις στην Ελλάδα δεδομένου, ότι και οικονομικά οι μουσικοί δεν θεωρούνται καλά αμειβόμενοι..

 

ΑΛΕΞ: Α.. όχι, τότε ήταν αλλιώς, τότε ήταν καλά αμειβόμενοι…Βέβαια δεν είχα δουλέψει ποτέ στα μεγάλα μεροκάματα, πάντα διάλεγα να δουλεύω σε δουλειές που…εντάξει όχι πάντα μου αρέσανε… αλλά δούλευα με συναδέλφους που περνούσαμε καλά, και τότε δουλεύαμε πολλές μέρες, υπήρχε πολύ δουλειά, ήταν η χρυσή εποχή της μουσικής.




      Οι γονείς μου δεν αντιμετώπισαν ποτέ τη μουσική με καχυποψία, τα επαγγέλματα της οικογένειας ήταν ας πούμε «ελεύθερα» επαγγέλματα.

 Ο πατέρας μου είναι συγγραφέας, η μητέρα του ήταν χορεύτρια και γυμνάστρια, χόρευε μπαλέτο, μετά δίδασκε γυμναστική, σε μια πόλη της στο νότο της Γερμανίας το Μπάμπερκ, ήταν ανεξάρτητη.

 Η αδελφή μου φτιάχνει ταινίες ντοκιμαντέρ, όλα αυτά τα επαγγέλματα έχουν μια καλλιτεχνική ρίζα,μια επαγγελματική ελευθερια,  γι’ αυτό και ποτέ οι δικοί μου δεν είχαν την αντίληψη της μόνιμης δουλειάς. 

Είχαν βέβαια μια ανησυχία που ήμουν εδώ και είχα αφήσει πολλά πράγματα στη Γερμανία, όμως επειδή αγαπούσαν την Ελλάδα δεν είχαν πρόβλημα και είχαν πάντα τη διάθεση να βοηθήσουν, έφτιαξαν και ένα σπίτι στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Αίγινα.  

Έτσι η σχέση με την Αίγινα έγινε συνεχόμενη. Είχα πάρα πολλούς φίλους στην Αίγινα, η πρώτη μου γυναίκα είχε σπίτι στην Αίγινα, υπήρχε στη ζωή μου πάντα μια αναφορά στην Αίγινα.

 

Θα μπορούσες να το πεις κάρμα;

 

ΑΛΕΞ: Παρότι δεν είμαι άνθρωπος που πιστεύω σε αυτά, θα μπορούσα να πω ναι…πως θα μπορούσε να είναι έτσι…





  Εκτός των άλλων μουσικών δραστηριοτήτων σου , γράφεις μουσική και στίχους; 


ΑΛΕΞ: Ναι, είναι και αυτό ένα κομμάτι της δουλειάς μου, που με εκφράζει και το αγαπώ. 

Γράφω μουσική και τραγούδια σε στίχους διαφόρων άλλων αλλά και δικούς μου.

 





Πες μας μερικούς τίτλους από τα cd που έχεις ηχογραφήσει..


ΑΛΕΞ:  ΙΚΑΡΙΑ ΜΕΘΕΞΙΣ (δική μου επιμέλεια σε Ικαριώτικα τραγούδια με τον Λευτέρη  Πούλη (Σκάντζακας)

     ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ (δικά μου τραγούδια , με φιλική συμμετοχή Μιλτιάδη Παχαλίδη και Χρυσούλας Κεχαγιόγλου)

     Ζωντανή ηχογράφηση ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ (από συναυλίες στη Γερμανία με Χριστίνα Μέτσικα και Μαρία Σταυριανουδάκη)

     Ήμουν μέλος της ομάδας ΚΟΡΑΞ και συμμετείχα έχοντας και την επιμέλεια των τριών μας άλμπουμ: Η ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ, ΤΑ ΑΝΗΣΥΧΑ ΧΡΟΝΙΑ,

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ..

    Έχω συνθέσει το σήμα της Ικαριακής Ραδιοφωνίας

και συμμετέχω ως μουσικός σε κάποιες δισκογραφικές δουλειές και σε τηλεοπτικές εκπομπές.


 


 Το πρώτο όργανο που έπιασες ποιο ήταν;

 

ΑΛΕΞ:  Το πρώτο όργανο που έπιασα στα χέρια μου ήταν η κιθάρα. Έκανα μαθήματα κλασσικής κιθάρας, ήμουν οκτώ εννέα χρονών και πήγα  να μάθω μαζί με τον καλλίτερο μου φίλο από το δημοτικό.

Είχαμε μια δασκάλα μουσικής η οποία τα Χριστούγεννα, μας έβαλε τραγούδια χριστουγεννιάτικα, που ήταν πιο δύσκολα από τα συνηθισμένα, κι εγώ δεν τα ήξερα καλά. Τότε  εκείνη μου είπε πως δεν είχα ταλέντο και μάλλον να μην ασχοληθώ με τη μουσική, και κράτησε μόνο το φίλο μου ως μαθητή. Εγώ γύρισα κλαίγοντας με λυγμούς και ήταν για μένα ένα παιδικό τραύμα που με έκανε να απομακρυνθώ πολλά χρόνια από τη μουσική. ‘Ομως τώρα πιστεύω ότι ήταν μια εμπειρία αρνητική μεν, αλλά πολύ ωφέλιμη για μένα , για σήμερα σήμερα στη διδασκαλία μου. 

Είναι τόσο απρόβλεπτη η ανάπτυξη ενός παιδιού που δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο, μια απόρριψη δηλαδή. Το βλέπω στους μαθητές μου, βλέπεις καμμιά φορά ένα μαθητή που δεν πάει καθόλου καλά τον πρώτο χρόνο, και ξαφνικά είναι σαν να γυρνάς ένα κουμπί και όλα βελτιώνονται.



Όταν λοιπόν έκανα το πρώτο ταξίδι μόνος μου στην Αίγινα δεκαοκτώ χρονών, στη Θεσσαλονίκη αγόρασα ένα μπουζούκι. Ήθελα να μάθω μπουζούκι, όχι με σκοπό να το κάνω δουλειά αλλά μου άρεσε το όργανο οπότε αγόρασα ένα. Γύρισα στη Γερμανία έβγαλα μερικά πράγματα μόνος μου, και ήθελα να βρω δάσκαλο. Το όργανο δεν ήταν καλό πρέπει να πω, ήταν… έτσι στραβό, σκεβρωμένο, ήταν χάλια…


 Ήτανε κάποιος σε μια ταβέρνα στη Γερμανία στην οποία δούλεψα αργότερα, ένας μπουζουξής δούλευε εκεί και τον ρώτησα αν μπορούσε να μου κάνει μαθήματα, μου είπε εντάξει, και μου είπε να πηγαίνω Κυριακή.     Πήγα εγώ την Κυριακή… κρύο χειμώνας… χτυπάω την πόρτα, τίποτα, κοιμότανε. 

Πάω την άλλη Κυριακή τα ίδια, με έστησε δυο τρείς φορές ώσπου κάποια στιγμή τον πέτυχα,  μου άνοιξε, πήγα μέσα, μου λέει έλα να σου δείξωτι θέλεις να μάθεις μερικά τραγούδια ή μπουζούκι; Κανονικά μπουζούκι του λέω εγώ… ωραία πιάσε εδώ, πιάσε εδώ… Αυτό είναι το ρε μινόρε… Αυτό φτάνει για σήμερα… 

 Αυτό ήταν το μάθημα,  οπότε λέω μάταιος κόπος κι έτσι αποφάσισα να προσπαθήσω μόνος μου. 

Στην αρχή ήμουν αυτοδίδακτος και έπαιζα σε μαγαζί εντελώς αυτοδίδακτος.

Όταν ήλθα στην Ελλάδα έψαχνα να βρω καλό δάσκαλο για μπουζούκι,

άκουσα για το Θέμη Παπαβασιλείου ο οποίος είναι εξαιρετικός και αναγνωρισμένος δάσκαλος, έχει βγάλει πάρα πολλά μπουζούκια επαγγελματίες παίχτες. 



Εμένα όμως μου άρεσε πάντα η παραδοσιακή μουσική, οπότε έκανα παραγγελία κι ένα λαούτο, και άρχισα να ασχολούμαι, αλλά για κάποιο λόγο ενώ έπαιζα δεν είχα την ευκαιρία, και δεν είχα ποτέ κύκλωμα μουσικών για να το εξασκώ, και δεν εύρισκα και δάσκαλο. 

Κάποια στιγμή δούλευα σε ένα κρουαζιερόπλοιο με το οποίο πιάσαμε και Τουρκία,  και εκεί αγόρασα ένα Ούτι,  και όταν γύρισα στην Ελλάδα, βρήκα τον Χρήστο Τσιαμούλη που μου έκανε μαθήματα δυο χρόνια. Είναι γνωστό όνομα , είναι από τις Δυνάμεις του Αιγαίου και εξαιρετικός δάσκαλος. 

Και από τους δύο αυτούς δασκάλους έχω ότι καλλίτερο μπορώ να πω. 

Ήμουν πολύ τυχερός που τους είχα δασκάλους.




 Δεν συνέχισα όμως για πολλά χρόνια τα μαθήματα, και για πρακτικούς λόγους, επειδή έπρεπε να πηγαίνω μεγάλες αποστάσεις, αλλά και επειδή πάντα έχω την αναζήτηση να ψάχνω μόνος μου άλλα πράγματα.

Επίσης έκανα μαθήματα κλαρίνου σε ωδείο. Παίζω κλαρίνο αλλά δεν το εξασκώ πολύ πια.



Έχω επίσης πτυχίο βυζαντινής μουσικής και Ειδικό Αρμονίας, όπως επίσης έχω σπουδάσει Μουσικολογία στο πανεπιστήμιο της Γερμανίας.

 

Με την παράδοση και την παραδοσιακή μουσική πως «κόλλησες;» γιατί φαντάζομαι αυτά τα ακούσματα δεν τα είχες.

 

ΑΛΕΞ: Αυτό ξεκίνησε πρώτα με τους Ελληνικούς χορούς. 

Είχε σχέση πάλι με το ότι ήμασταν φιλέλληνες, και κάθε χρόνο στο Αμβούργο η Ελληνική κοινότητα έκανε δύο χορούς, οι οποίοι ήταν ανοιχτοί στους ξένους, επίσης στους χορούς υπήρχαν πολλά μικτά ζευγάρια Ελληνίδες που είχαν παντρευτεί Γερμανούς και το αντίθετο. 

Οι χοροί αυτοί γίνονταν σε μεγάλες αίθουσες, ωραία, με ελληνική ορχήστρα.  

Το πρόβλημα ήταν, ότι οι Γερμανοί σύντροφοι δεν ήξεραν να χορεύουν, προσπαθούσαν λίγο, κατσικοχορεύανε και βαριόντουσαν, κι επειδή έτσι γινόταν ένα μεγάλο χάος, σκέφτηκε η τότε πρόεδρος της κοινότητας να κάνει μαθήματα ελληνικών χορών, κυρίως αρχικά για Γερμανούς, ώστε να μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτές τις εκδηλώσεις. 

Αυτό είχε πολύ μεγάλη ανταπόκριση, θυμάμαι πήγα κι εγώ, είμαστε στην αρχή πενήντα εξήντα άτομα, με δασκάλους το Δημήτρη και την Ουρανία, και μας δείξανε καλαματιανό χασαποσέρβικο. 



Θυμάμαι σε μια μεγάλη εκδήλωση εκεί στις 25 Μαρτίου που κάναμε για την Εθνική Επέτειο και χορέψαμε  τότε τον πρώτο μας χορό που ήταν Χασάπικο… να δείξουμε τι μάθαμε… και μάλιστα ο δάσκαλος μάς έβαλε σε δύο τεράστιες σειρές για να χορέψουν όλοι, κι ενώ ο χορός ήταν αρκετά επίσημος και ντυνόντουσαν πολύ καλά, ξαφνικά  από τον ενθουσιασμό τους και τη χαρά τους που οι Γερμανοί είχαν μάθει Ελληνικούς χορούς πετούσαν από τον εξώστη πιάτα!  Δηλαδή το θεωρούσαν τόσο μεγάλη τιμή οι Γερμανοί να χορεύουν Ελληνικούς χορούς που ενθουσιάστηκαν. 

Ήταν ο πρώτος μεγάλος χορός που χορέψαμε, και στο τέλος θυμάμαι συγκίνηση, αγκαλιές φιλιά…


Όταν έγινα δεκαοχτώ , τα ταξίδια μου στην Ελλάδα δεν ήταν  πλέον μόνο διακοπές. 

Πήγα στη Θράκη να μάθω χορούς από τους μεγάλους ανθρώπους, από συγκροτήματα, από τους ντόπιους, πήγα στη Μακεδονία, στη Φλώρινα, στην Έδεσσα, βρισκόμουν σε μια διαρκή αναζήτηση μαθαίνοντας  και ηχογραφώντας ταυτόχρονα σε μπομπίνες τότε τις μουσικές. 

Πήγα στις Κυκλάδες, την Κάρπαθο, μαθαίνοντας τους χορούς και ηχογραφώντας με απώτερο σκοπό τη διδασκαλία την οποία είχα ήδη αναλάβει. 
 

Είχα παθιαστεί με αυτό, και πήγαινα εκτός από τους χορούς αυτούς τους Ελληνικούς, και στους χορούς των Ποντίων, γιατί στη Γερμανία  έχουμε πολλούς συλλόγους Ποντίων, οπότε πήγα στο σύλλογο εκεί και έμαθα και τους ποντιακούς χορούς. 


Μετά από τρία χρόνια στα μαθήματα αυτά είχαν αρχίσει να έρχονται πολλοί Έλληνες, και κάθε μάθημα εξελισσόταν σε ένα μικρό γλέντι, και μετά πηγαίναμε στις ταβέρνες, και είχαμε ολοένα και περισσότερους Έλληνες που ήταν δεύτερης γενιάς και δεν ήξεραν να χορεύουν.

Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει, έγινε μόδα όλο αυτό και οι σύλλογοι έγιναν πολλοί...


 

 

Να φύγουμε λοιπόν από τη Γερμανία, και να έλθουμε στην Αίγινα. 

Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες ήρθες στην Αίγινα... για να μείνεις;

 

ΑΛΕΞ: Αυτό έγινε αρκετά μετά. Όταν αποφάσισα να μείνω  στην Ελλάδα η αρχική μου πρόθεση ήταν να πάω στην Κρήτη, αλλά τελικά δεν πήγα σχεδόν ποτέ στην Κρήτη, πάντα είχα την επαφή με την Αίγινα, ερχόμουν συχνά, αρκετά συχνά γιατί δούλευα.

Στην Αίγινα πρώτη δουλειά ήταν το Bolero, μετά συνέχισα και σε άλλα μαγαζιά, δούλευα και στα Αστέρια και στο Μινόρε, τα καλοκαίρια, αλλά μετά δεν είχε συνέχεια. 

Ήμουν στην Αθήνα… άλλα μαγαζιά, άλλους φίλους… μετά άρχισα να δουλεύω στα νησιά.

 Αγαπημένο νησί η Αμοργός και ιδιαίτερα η Ικαρία, όπου πήγαινα πολλά χρόνια εκεί στα πανηγύρια. 

Με την Αίγινα υπήρχε πάντα η φιλική επαφή, μέχρι που το 2000 έφτιαξε η μητέρα μου το σπίτι στην Αίγινα. 

Πριν από αυτό ερχόμουν τακτικά στην Αίγινα στα πεθερικά μου. 

Μετά από το χωρισμό αποφάσισα να έλθω στην Αίγινα, κάτι που ήδη είχα στο μυαλό μου από τότε που είχαμε το σπίτι στην Αίγινα και ήταν πλέον μια ευκολία. 

Έτσι εύρισκα συστηματικά δουλειές στην Αίγινα. 

Δούλεψα πρώτα στο Χαγιάτι, (που τώρα είναι το Τσακ Μαμ), και για αρκετά χρόνια δούλευα στο Κυβερνείο που ήταν μια πολύ καλή ωραία δουλειά, με ωραίους συναδέλφους, δεν ήταν ταβέρνα, ήταν νυχτερινή μουσική σκηνή πάρα πολύ ωραία και εκεί, και οι εργοδότες και στα δύο μαγαζιά εξαιρετικοί άνθρωποι και φίλοι



Επειδή είχα πάρει την απόφαση μου να μείνω στην Αίγινα... το ήθελα πολύ... εκτός από δουλειές στα μαγαζιά άρχισα να δικτυώνομαι και με τη διδασκαλία. Όταν κάποια στιγμή οι νυχτερινές δουλειές στην Αίγινα άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά , μου αρκούσαν τα μαθήματα, και κάποια live που έκανα στα μπαράκια, οπότε ερχόμουν τρείς τέσσερις μέρες, και έκανα μαζεμένα τα μαθήματα.

Πριν έξη χρόνια ήρθα μόνιμα  διευρύνοντας τα μαθήματα και τις εμφανίσεις .

 


 Από τη συμμετοχή σου στην μικρή κοινωνία της Αίγινας, δεδομένου ότι στις μικρές κοινωνίες οι «ξένοι»  στην αρχή είναι  πάντα «ξένοι» υπάρχει κάτι που θυμάσαι; Κάποια πικρή στιγμή ίσως; Ή δεν υπήρξε ποτέ κάποια πικρή στιγμή;

 

ΑΛΕΞ: Ποτέ!  Δεν ξέρω... αυτό το λένε οι ίδιες οι μικρές κοινωνίες για τον εαυτό τους, ότι είμαστε έτσι, είμαστε αλλιώς, έτσι είναι παντού όλες οι μικρές κοινωνίες με τα καλά τους και τα κακά τους, σε όλο τον κόσμο, προσωπικά εν έχω ποτέ εισπράξει κάτι αρνητικό για να πω την αλήθεια. Ίσως γιατί κι εγώ δεν είμαι σε τίποτα υπερβολικός, είμαι βέβαια κοινωνικός αλλά περιορίζομαι στα ενδιαφέροντα μου. Ειλικρινά θα πω ότι και πέρα από το ότι αγαπώ την Αίγινα, ένας από τους λόγους που ήρθα να μείνω και να δουλέψω εδώ ήταν πως οι συνθήκες δουλειάς εδώ, δεν ήταν πάντα τέλειες αλλά ήταν πολύ καλλίτερες από την Αθήνα, τα μαγαζιά καλλίτερα στο φαγητό τους, στη συνεργασία, στην πληρωμή, ήταν πάντα «κύριοι» εδώ, δεν έχω να θυμηθώ κάτι άσχημο… 


 Και τώρα μίλησε μας για την «Εστουδιαντίνα»

 

ΑΛΕΞ: Αυτό είναι από τα πράγματα που όπως λέμε προκύπτουν. 

Εκείνα τα χρόνια ξεκινήσα τα μαθήματα στο Κέντρο Νεότητας της Μητρόπολης, στη σχολή παραδοσιακής μουσικής όπου υπεύθυνος ήταν ο Θανάσης Ανδρεάδης. 

Η πρώτη μας παρουσίαση των οργάνων έγινε μαζί με τη ΜΟΥΣΑ στην αυλή της σχολής,  όπου υπήρξαν κάποιες δυσκολίες κυρίως στο φωτισμό, και κάποια παιδιά που παίζανε π.χ σαντούρι δεν έβλεπαν τις νότες, δεν έπαιξαν καλά, και είχαμε κλάματα, και αυτό μου έφερε μεγάλη στεναχώρια. 




Όλο αυτό με το κάθε παιδάκι να παίζει μόνο του με το τράκ του,  και όλα το ίδιο κομμάτι… δεν μου άρεσε καθόλου, οπότε αποφάσισα την άλλη φορά να γίνει κάτι πιο ομαδικό, δεν είχα στο νου μου ορχήστρα.

 Έτσι ξεκινήσαμε όλοι μαζί, μαθαίνοντας ένα τραγούδι σαν ομάδα και όταν αυτό πήγε πολύ καλά, το συνεχίσαμε με δεύτερο τραγούδι και τρίτο…και στην επόμενη επίδειξη είμαστε μια ομάδα που παίξαμε έξη τραγούδια με όλα τα όργανα μέσα, μπουζούκια, λαούτο, σαντούρια, κ.λ.π 


Ήταν ήδη μια μεγάλη ορχήστρα και είχε πολύ καλή ανταπόκριση. 

Αυτό συνεχίστηκε,  άρχισαν μάλιστα να έρχονται και επαγγελματίες μουσικοί ζητώντας να μπουν στην ομάδα μας, υπήρχε μεγάλη αποδοχή και ενθουσιασμός.

Άρχισαν να μας καλούν, πήγαμε στο Φεστιβάλ φυστικιού με τρία τραγούδια στην αρχή, και πηγαίναμε σε πολλές εκδηλώσεις.

Στη συνέχεια για οργανωτικούς λόγους και επειδή είχαμε γίνει πολλοί αποφασίσαμε να κάνουμε τον Καλλιτεχνικό Σύλλογο «Εστουδιαντίνα» οπότε η στέγη μας δεν ήταν πια το Κέντρο Νεότητας της Μητρόπολης που μας φιλοξενούσε αρχικά και την ευχαριστούμε πάντα γι΄ αυτό.



 Αυτό που θεωρώ ότι είναι χαρακτηριστικό, μου αρέσει και το επιδιώκω πάντα, είναι ότι δεν ήθελα ποτέ να είναι απλά μια ορχήστρα παιδιών, όπως είναι  κάποιες σχολικές ορχήστρες… και επειδή υπάρχουν στην κοινωνία ομάδες που αποκλείονται η μία από την άλλη μεταξύ τους, από την ορχήστρα δεν αποκλείεται καμία ηλικία και κανένα παικτικό επίπεδο.   Φυσικά πάντα το χειρίζομαι με ένα τρόπο για να υπάρχει ισορροπία. 

 Ο πυρήνας φυσικά είναι πάντα τα παιδιά και όσο και αν η ομάδα παικτικά έχει προχωρήσει, πάντα υπάρχει χώρος για τους καινούργιους, τους νέους, τους αρχάριους, έστω για ένα κομμάτι που το παίζουν καλά.

 Υπάρχει απόλυτος σεβασμός, ομαδική συμπεριφορά, και αρμονική συνύπαρξη, δεδομένου ότι έχουμε στην ορχήστρα παιδιά από 9 χρονών μέχρι 70. Θα πω εδώ (χαριτολογώντας) ότι τα πιο δύσκολα παιδιά είναι τα μεγάλα…




Με την Εστουδιαντίνα έχουμε κάνει εκδρομές , έχουμε κάνει συναυλίες στην Ικαρία, και πιστεύουμε πως όταν θα τελειώσει όλο αυτό που συμβαίνει τώρα, να συνεχίσουμε πιο δυναμικά, να αποκτήσουμε δικό μας χώρο,  να κάνουμε ταξίδια και ότι καλλίτερο μπορούμε.  






Τώρα λόγω του 
lockdown, αναγκαστικά , επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε πρόβες ομαδικές, πήραμε μια άδεια από το Υπουργείο Πολιτικής Προστασίας να κάνουμε κάποιες πρόβες με τα έξη άτομα που επιτρέπονται και με υγειονομικές τις προϋποθέσεις που απαιτούνται, και έχουμε κάνει ένα μικρότερο σχήμα εντός της Εστουδιαντίνας το οποίο ασχολείται αποκλειστικά με τα Αιγινίτικα παραδοσιακά τραγούδια. 

 Είναι αναπόσπαστο μέρος της Εστουδιαντίνας και δεν υπάρχει καμία περίπτωση να λειτουργήσει η μία εις βάρος της άλλης.  

  Είναι μια θετική πρωτοβουλία, που οι εποχές μας δείχνουν ότι έπρεπε να γίνει έτσι και αλλιώς. Είναι μια ομάδα έξη ατόμων που παίζει αποκλειστικά τα ξεχασμένα Αιγινίτικα τραγούδια , που τα περισσότερα από αυτά μας τα δείχνει ο Μητσάρας, που είναι καταπληκτικός και πάντα πρόθυμς, οπότε είναι και αυτός δάσκαλος  με το δικό του τρόπο, όχι μόνο εγώ… περνάμε πολύ καλά και πιστεύω πως γίνεται κάτι που έπρεπε να γίνει…

 

ΕΡΩΤ: Πότε θα ακούσουμε αυτή τη δουλειά;

 

ΑΛΕΞ: Προγραμματίζουμε μια διαδικτυακή εμφάνιση  ίσως στα μέσα Απριλίου, γιατί συνεχίζουμε τις πρόβες… είναι άγνωστο το υλικό ακόμα και για μένα… και στη συνέχεια ότι οι καιροί μας επιτρέψουν. 

Ασφαλώς θα κάνουμε εμφάνιση στο κοινό μαζί με την Εστουδιαντίνα... και να σας πω επί τη ευκαιρία ότι ετοιμάζουμε μέσα στο καλοκαίρι το δεύτερο μουσικό Φεστιβάλ Αιγινίτικων Συγκροτημάτων…

Το πρώτο το είχαμε κάνει πέρυσι το Φεβρουάριο με τη συμπαράσταση της ΚΕΔΑ.


  

Η σκέψη  είναι αυτό το Φεστιβάλ να γίνει στην περιφέρεια και όχι στο κέντρο της Αίγινας.

 Ευελπιστούμε  και θα προσπαθήσουμε πάρα πολύ να γίνει….

 Έτσι και αλλιώς δεν πρόκειται να μείνουμε ποτέ χωρίς στόχους, και… ενδεχομένως να ακούγονται όλα πολύ «ρόδινα» αλλά ναι…είναι! 

 Σε ότι αφορά αυτό το συγκρότημα, γιατί δεν είναι μόνο το συγκρότημα είναι και ο σύλλογος, που είναι μια πολύ επιτυχημένη ομάδα συνεργασίας, και όλο το ΔΣ είναι άνθρωποι με όραμα, υπάρχει ενθουσιασμός και σε ότι αποφασίζουμε να κάνουμε γίνεται υπεύθυνη και καλή δουλειά, και αυτό το επισημαίνω γιατί γνωρίζω προβλήματα στους συλλόγους και από τη Γερμανία, και αυτό που υπάρχει στη δική μας ομάδα είναι πολύ ωραίο.

 

 Και μια τελευταία ερώτηση σχετικά με τα μαθήματα από το σύλλογο σας.

 

ΑΛΕΞ: Αυτή τη στιγμή γίνονται, διαδικτυακά βέβαια προς το παρόν, τα έγχορδα, Μπουζούκι τρίχορδο και τετράχορδο, Μπαγλαμάς, Λαούτο, Ούτι.

Είχαμε και κιθάρα πέρυσι αλλά λόγω συνθηκών έχει σταματήσει. Αλλά όταν με το καλό τα πράγματα αλλάξουν, θα έχουμε στο σύλλογο τη δυνατότητα και για άλλα  παραδοσιακά όργανα ανάλογα με την επιθυμία για μάθηση.

 

  Υπάρχει περιορισμός  ηλικιακά για να μάθει κάποιος ένα μουσικό όργανο;

 

ΑΛΕΞ: Θεωρώ πως  από επτά και πάνω είναι μια καλή ηλικία να ξεκινήσει ένα παιδί με τα συγκεκριμένα όργανα… Όσο για τους μεγαλύτερους υπάρχει μια προκατάληψη , τους κοροϊδεύουν κάποιοι, σε τέτοια ηλικία όργανο; Και γιατί όχι;

 Κλείνοντας θα πω ότι, ποτέ δεν είναι αργά για κανένα να μάθει κάποιο όργανο. Έχω μαθητές μεγάλης ηλικίας που είναι πολλοί καλοί, και που συμμετέχουν μάλιστα και στην ορχήστρα.  Όλες οι ηλικίες είναι ευπρόσδεκτες στη σχολή μας...



   Ευχαριστώντας τον Αλέξανδρο που μοιράστηκε μαζί μας κομμάτια από τη ζωή του θα κλείσω με τη ρήση του  William Arthur:


             Ο μέτριος δάσκαλος μιλάει. Ο καλός δάσκαλος εξηγεί. 

             Ο εξαιρετικός δάσκαλος δείχνει. Ο μεγάλος δάσκαλος εμπνέει.

  


 



 


 


 

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Ο π. Νικόλας Γαρυφάλου στα βήματα της παράδοσης...

 


   Ο μοναδικός λόγος που η λαϊκή παράδοση δεν εξαφανίζεται στο πέρασμα των χρόνων είναι η αγάπη και το πάθος με το οποίο κάποιοι άνθρωποι τη στηρίζουν και κρατώντας τη σκυτάλη της παράδοσης για να την αφηγηθούν και να την διδάξουν στις νεότερες γενιές.

    Ένας από τους φρουρούς της λαϊκής παράδοσης είναι ο πάτερ Νικόλας Γαρυφάλλου, ο οποίος μας παραχώρησε μια από καρδιάς συνέντευξη.

    Μας υποδέχθηκε στο πατρικό του σπίτι και με τον δικό τρόπο ξεδίπλωσε κομμάτια της ζωής του.

     Ξεκίνησε την αφήγηση του δείχνοντας μας δύο παραδοσιακά όργανα και μας αφηγήθηκε την ιστορία τους. 

                                 Συνέντευξη- Επιμέλεια: Αλ.Σπίτζινγκ -Γ.Σταυριανέα

                                                              


     Η λίρα αυτή είναι έργο των χειρών του Βαγγέλη του Σοφικίτη, οι τρίχες είναι αυθεντικές είναι αλογίσιες τρίχες, και βλέπετε έχει φτιάξει μια λίρα νησιώτικη, και το δοξάρι το έχει φτιάξει κατά μίμηση του βιολιού, δεν είναι δοξάρι τόξο λίρας, γιατί αυτός παίζει βιολί, εγώ άλλαξα τις χορδές, τις έβαλα μεσινέζα, πλαστικές χορδές γιατί εκείνος είχε βάλει παλιές βιολιού και ήθελα εγώ να βγάλω άλλο ήχο. Ε... την έπαιξα εγώ, τότε που μου την είχε φτιάξει πριν δέκα δεκαπέντε χρόνια τη λιρίτσα αυτή , μετά την παράτησα, την έχω έτσι... από τα χέρια του Βαγγέλη, αλλά στα χέρια ενός έμπειρου μπορεί να βγάλει ήχο. 

Είναι ξύλο ελιάς;

 

Είναι ξύλο ελιάς , και το καπάκι, γι αυτό και είναι τόσο βαριά.

Αλλά... από κάτι τέτοιο ξεκίνησε εκείνος το παίξιμο το δικό του στο βιολί μετά, λίρα έφτιαξε ο ίδιος όταν ήτανε μικρός όπως μου έχει διηγηθεί, έπαιξε μόνος του, και μετά έπιασε βιολί.   

Αυτό το μαντολίνο είναι πάρα πολύ παλιό, είναι προπολεμικό, είναι του παππού μου του Νίκου που έμενε εδώ, φέρω το όνομά του, Νικόλαος Γαρυφάλου. Όταν ήμουν φοιτητής στο τέλος της δεκαετίας του ογδόντα του έκανα ένα σέρβις γιατί ήταν σκεβρωμένο. Είχε κατασκευαστεί που λέτε; Είχε κατασκευαστεί στις φυλακές της Αίγινας από κρατούμενο.

Ο παππούς μου έχει δουλέψει στις φυλακές της Αίγινας ως οικοδόμος. Έχουν βέβαια γκρεμιστεί τώρα τα προσκτίσματα που έκαναν στο ορφανοτροφείο του Καποδίστρια. Είχαν γίνει κάποια προσκτίσματα μέσα, κάποια μαγειρεία, βοηθητικοί χώροι, και δουλεύανε άνθρωποι οικοδόμοι από δω ντόπιοι, και εκείνος είχε δουλέψει εκεί μέσα στα νιάτα του, και είχε γνωριστεί εκεί μέσα με ανθρώπους που φτιάχνανε διάφορα... Όπως είναι οι φυλακές στην Αγιά Σωτήρα που λέμε, η εκκλησία των φυλακών, έχει κάτι χώρους δεξιά και αριστερά, αυτοί οι χώροι είναι μεγάλοι... αυτοί οι χώροι ήταν “πάρκινγκ” που έμπαιναν μέσα ζώα και άμαξες, για να φέρουν προμήθειες, από την πίσω πόρτα, και “παρκάρανε” τα ζώα δίπλα στην εκκλησία, πολύ μεγάλοι χώροι, αχανείς... μετά κλείστηκαν αυτοί οι χώροι και ο χώρος αριστερά του ναού, τον θυμάμαι κι εγώ αυτό το χώρο από τα παιδικά μου χρόνια, γιατί το πατρικό μου σπίτι ήταν δίπλα στις φυλακές... έχω ζήσει τις φυλακές πάρα πολύ, μεγάλωσα στο χώρο αυτό... ο χώρος λοιπόν αριστερά της εκκλησίας έγινε σινεμά των φυλακών,  και ο χώρος δεξιά από την εκκλησία έγινε μηχανουργείο, έφτιαχναν διάφορα πράγματα εκεί, εκκλησούλες με σπίρτα, σπιτάκια, και τα πουλούσαν οι άνθρωποι, ενδεχομένως έφτιαχναν και όργανα, αν υπήρχε κάποιος που ήξερε αυτή την τέχνη, και προφανώς θα υπήρχε.

Εγώ έμπαινα στις φυλακές, ακολουθώντας τον παπά που κάναμε λειτουργίες, από παιδί, ψαλτάκι, κι έχω μπει πολλές φορές μέσα όταν ήταν σε λειτουργία οι φυλακές, στην Αγιά Σωτήρα έχω ψάλλει από μικρό παιδί.


Αυτό λοιπόν (το μαντολίνο) έχει γίνει εκεί. Του κάναμε ένα σέρβις τότε , ο παππούς είχε γεράσει δεν το έπαιζε πια. Όταν εγώ είχα καταλάβει ως μαθητευόμενος τότε στο λαούτο, ότι αυτό έχει το ίδιο κούρδισμα με το λαούτο, γύρισα εδώ ενθουσιασμένο. Με αυτό (το μαντολίνο) έχουν γίνει εδώ στο χώρο που είμαστε πολλά γλέντια, ο παππούς έπαιζε...

Τι έπαιζε; Τι ρεπερτόριο;

Έπαιζε κυρίως αποκριάτικο ρεπερτόριο. Λεμονάκι μυρωδάτο, και τραγούδια της Αίγινας που χαρακτηρίζονται αποκριάτικα, “κυρα Βαγγελιώ” ,“Σαμιώτισσα”, “πρώτη αρχή του έρωτος”,.. και άλλα. Έπαιζε τη μελωδία και τραγουδούσε κιόλας, και ακολουθούσαμε όλοι.

Μέχρι πότε περίπου τραγούδαγε ακόμα; Πότε είχε γεννηθεί βασικά;

Το 1910 είχε γεννηθεί, εδώ στον Ασώματο, και πέθανε το 2000 ενενήντα χρονών. Μπορώ να πω ότι πριν γεράσει πολύ, τραγούδαγε, και κυρίως έψελνε, τραγούδαγε... και μάλιστα εκτός από τα αποκριάτικα αγαπούσε πολύ και τόλεγε με λεβεντιά το “κάτω στου βάλτου τα χωριά”.

Το έλεγε τσάμικο ή κανταδόρικο;

Τσάμικο... παρ' ότι δεν χορευόταν εδώ το τσάμικο. Από κανταδόρικα έλεγε τη “Λαφίνα”, “τους Λιμοκοντόρους... λιμοκοντόρος πέρασε και βρήκε μια δεκάρα, την έβαλε στην τσέπη του να πάρει κουραμάνα”...

 Στην Παναγίτσα, στο γραφείο δίπλα, είχαμε δει κάποτε μια φλογέρα Αιγινήτικη, υπάρχει αυτή;

Μια φλογερίτσα ναι, αυτή η φλογερίτσα είναι κατασκευή ενός βοσκού που δεν ζει πια. Ήταν άνδρας μιας νεωκόρου της Παναγίτσας, και όταν πέθανε εκείνος, της είπα να μου δώσει την φλογερίτσα του άνδρα της σαν ενθύμιο, ήταν μαύρη κατάμαυρη μέσα από το μαντρί, μία σωλήνα είναι, μια σωλήνα του υδραυλικού που είχε κάνει επάνω της ο άνθρωπος τρύπες.

Έπαιζε ο ίδιος;

Έπαιζε ναι, είχε παίξει μπροστά μου αλλά δυστυχώς δεν είχα κάτι να τον μαγνητοφωνήσω.Δεν έπαιζε κάτι γνωστό, έπαιζε όπως παίζει ένας βοσκός, ένα αυτοσχεδιασμό όπως θα λέγαμε, δεν θύμιζε κάτι ούτε από σκάρο ούτε από μοιρολόι Ηπειρώτικο.

Πως ήταν το όνομά του; το θυμάστε;

Κώστας Πανταζής, αλλά έπαιζε μόνος του, εκεί με τα προβατάκια του,  εδώ πάνω στον ασώματο, ένα αυτοσχεδιακό σκοπό, και όταν του έλεγα τι είναι αυτό που παίζεις; μου έλεγε ότι, αυτή τη στιγμή που παίζω λέω...και μου ανέφερε κάποιους ερωτικούς στίχους, στίχος που έβγαινε από μέσα του, δικό του όχι κάτι γνωστό.

Λίρα... άλλα όργανα, παίζανε εδώ;

Όχι, κυρίως βιολί και λαούτο. Δεν έχω μάθει για κάποιον, ότι είχα ακούσει ήταν από τον Βαγγέλη τον Σοφικίτη που μου είχε πει ότι κάποιο εδώ παίζανε λίρα, από κανέναν άλλον, ούτε ο παππούς μου είχε πει ότι παίζανε εδώ λίρα.

Μου άρεσε πολύ η φλογέρα όταν είχα δει τον Μπάμπη να παίζει στη σχολή του Σίμωνος Καρά φλογέρα κλπ, και μου έδειξε, κι έχω φτιάξει κάποιες φλογέρες κι εγώ από αλουμίνιο.
















Οπωσδήποτε φαλτσάρουν λίγο αυτά τα όργανα, αλλά παρ' όλα αυτά έχουμε βγάλει πανηγυράκια ολόκληρα με αυτές τις φλογερίτσες..

 


 Άλλοι πλέον παλαιοί οργανοπαίχτες δεν υπάρχουνε;

Δεν υπάρχουνε, όχι, η αλήθεια είναι ότι το νησί μας είναι φτωχό σε δική του μουσική παράδοση θάλεγε κανείς, γιατί το νησί έχει ερημωθεί αρκετές φορές, έχει σφαχτεί κ.λ.π...

Κόπηκε απότομα όλο αυτό έτσι δεν είναι; Σαν να γύρισε κάποιος ένα διακόπτη.

Ναι, ας πούμε εμείς κάναμε κάτι με τον Αχιλλέα τότε, μια προσπάθεια φοιτητική ας πούμε, να βρούμε, θα έλεγα σε πλαίσια φολκλορικά, να διοργανώσουμε ένα χορό, να διοργανώσουμε μία εκδήλωση, να αναστήσουμε το χορό της Λαμπρής... μετά πήρε τη σκυτάλη ο Μορφωτικός Σύλλογος. Εμείς, παιδιά τότε, μάθαμε για το χορό της Λαμπρής, είχαμε τέτοιο έθιμο δεν το ξέρουμε; να το ξανακάνουμε εμείς, έστω και στα ψέμματα.Πήγαμε τότε επάνω, ήταν τότε νέος ο πατήρ Εφραίμ ο σημερινός Μητροπολίτης, είχε τότε ενθουσιασμό, να πάρετε όργανα,πάρτε χρήματα να πάτε να μάθετε μουσική, να κινηθείτε... Και πήγαμε στην Παλιαχώρα, ήρθε ο πατήρ Εφραίμ τότε, αψήφισε τα πάντα, κόπους κλπ. Μεταφέραμε πράγματα στην Παλιαχώρα, φαγητά, κρασιά, να στήσουμε, να κάνουμε λειτουργία στον Αγιο Γιώργη τον καθολικό. Πριν ο Αη Γιώργης επισκευαστεί... φανταστείτε... να καθαριστεί ο χώρος κλπ. για να λειτουργήσουμε, να πάει ο κόσμος επάνω, να κάνουμε σώνει και καλά το “μικρό χορό” επάνω στη μικρή πλατεία του Αη Γιώργη, Παναγία Φορίτισσα όπως λεγότανε, και μετά να κάνουμε το μεγάλο χορό, να κάνουμε όλα τα έθιμα που είχαμε διαβάσει.


 
Αυτός ο σύλλογος δεν υπάρχει πλέον;

Οχι τώρα δεν υπάρχει, νομίζω τώρα την σκυτάλη την έχετε πάρει ουσιαστικά εσείς η Εστουδιαντίνα, πραγματικά... αυτή την προσπάθεια την έχετε πάρει εσείς. Προσπάθησε μετά από αυτό να έχει τα όργανα η σχολή Βυζαντινής μουσικής, δεν τα κατάφερε σαν σχολή, κράτησε μόνο τη Βυζαντινή μουσική, και αυτό με τα όργανα και την λαϊκή παραδοσιακή μουσική το κάνετε πλέον  εσείς. 

Αυτό που προσωπικά μπορώ να πω εδώ, είναι ότι ο παππούς μου είχε ζήσει στα παιδικά του χρόνια χορό της λαμπρής, όχι στην Παλιαχώρα αλλά στον Ασώματο. Αυτό δηλαδή που έχουμε διαβάσει στα λαογραφικά μουσεία για χορό της Λαμπρής, γινότανε και στις επί μέρους ενορίες στα χωριά.

Δυστυχώς δεν υπήρχε ηχογράφηση τότε για να ξέρουμε τα τραγούδια αυτά, γιατί όταν ανοίξετε να δείτε τα κείμενα που περιγράφουνε το χορό της Λαμπρής, είναι πολλά τα τραγούδια μέσα, έχουμε ακόμα και το τραγούδι του Αη Γιώργη, “Αγιε μου Γιώργη αφέντη μου, κι αφέντη καβαλάρη...” και πολλά πολύστιχα τραγούδια που δυστυχώς δεν τα ξέρουμε... ή... εμένα μου αρέσει να αναφέρεται ένα τραγούδι σε κάποιο Άγιο... όπως ένα τραγούδι που ξεκινάει ο χορός της λαμπρής “ Δόξα νάχει πάσα μέρα, στον Υιό και στον Πατέρα..” τραγούδι που υπάρχει και στις Κυκλάδες αλλά εδώ δεν ξέρουμε πως το λέγανε, το λέγανε σαν τις Κυκλάδες; διαφορετικά; δεν ξέρουμε..

'Εχουμε πολλές φορές ακούσει για παραλλαγές... έχουμε ας πούμε ένα τραγούδι που το παίζουμε και σήμερα στην ορχήστρα της Εστουδιαντίνας το “τούτο το καλοκαιράκι” , που είναι τσάμικο στην Πελοπόνησο, όμως είχαμε την μαρτυρία ότι εδώ παιζότανε καλαματιανό...

Ναι, ναί είναι μέσα στα αποκριάτικα τραγούδια, το θυμάμαι, το έλεγε ο παππούς και αυτό, και το άλλο: “με πήρανε στο ναυτικό μαύρα τα μάτια που αγαπώ”... Αυτά ήτανε σαν να έπιανε ένας καλαματιανός ποτ πουρί, και λέγανε πολλά, πολλά τραγούδια σε ρυθμό καλαματιανό.

Τα λέγανε αποκριάτικα αλλά δεν παιζότανε μόνο τις απόκριες;

Κυρίως τις απόκριες. Δηλαδή μπορώ να σας πω ότι το μαντολίνο όλο τον υπόλοιπο καιρό δεν παιζότανε εδώ, ήτανε μέσα σε μια μεγάλη μαξιλαροθήκη αποθηκευμένο πάνω στην ντουλάπα της γιαγιάς και έβγαινε εκεί μόλις έμπαινε το τριώδιο, του Τελώνου και Φαρισαίου...                                                                                                    Εδώ, σ' αυτό το μέρος, έχουν γίνει πολλές γιορτές, μαζευότανε όλο το σόι και γινόντουσαν γλέντια οικογενειακά. 

                                         Γλέντι Πάσχα 2009.
 
  Άλλοι στην οικογένεια υπήρχανε κι άλλοι μουσικοί; παίζανε κάποιο όργανο;

Οχι, δυστυχώς όχι. Το προσωπικό μου βίωμα ήταν και από εδώ βέβαια στην οικογένεια, αλλά το παραδοσιακό ερέθισμα ήτανε από τη γειτνίαση με τις φυλακές όσο και αν φαίνεται παράξενο. Το σπίτι μου ήτανε στη γωνία απέναντι στις φυλακές, ακούγαμε το καμπανάκι καθημερινά που χτυπούσε για διάφορα πράγματα, να μαζευτούνε για γεύμα ή για κάτι άλλο. Ζήσαμε πολλές εξεγέρσεις μέσα στις φυλακές την περίοδο της χούντας, εγώ ήμουν μικρός αλλά τα θυμάμαι... αποδράσεις, να έρχονται το πρωί και να γεμίζει γύρω γύρω κόσμο, ερχόταν και ο στρατός... εκεί τι γινότανε, πέρα από αυτά , αυτοί που υπηρετούσαν μέσα οι φύλακες, ήταν φίλοι μας, ήταν πολύ νέα παιδιά, αυτοί ...κυρίως κρητικοί, είχαν λίρα, και παίζανε, το βράδυ εκεί που μένανε στους κοιτώνες τους μέσα παίζανε λίρα, και κάποιοι λίγοι πόντιοι, άκουσα λοιπόν από μικρός ζωντανά κρητική λίρα, και τραγούδια, ή ποντιακή... όλα αυτά είναι ερεθίσματα για ένα μικρό παιδί πέρα από ηχογραφήσεις, πέρα από την τηλεόραση που ίσως κάτι έδειχνε.

Θυμάμαι μικρός απέκτησα μια αγάπη για το κρητικό ρεπερτόριο, την κρητική λίρα... πάρτε μου μια κρητική λίρα στα χέρια μου θα δείτε τι θα κάνω... ποιος να μου την πάρει τη λίρα; ποιος να με διδάξει; δεν υπήρχε τότε ο Άλεξ (Σπίτζινγκ) εδώ πέρα... γι ' αυτό ξεκίνησα με τη βυζαντινή μουσική που ήταν από τις λίγες τότε στημένες ας πούμε μουσικές προσπάθειες στην Αίγινα. Υπήρχε ένα ωδείο στο οποίο μάθαιναν πιάνο και κιθάρα, αλλά εκεί συνήθως πήγαιναν μόνο κορίτσια, σπάνια να πάει αγόρι, πηγαίνανε οι δυο ξαδέρφες μου, η μία μάθαινε πιάνο και η άλλη κιθάρα, αλλά εμένα αυτό το ρεπερτόριο δεν με πολυάγγιζε, ήταν έτσι κάπως μελαγχολικό, ... εγώ ήθελα τα του χωριού, εδώ, να πανηγυρίζουμε, του παππού τη μουσική, ή των φυλάκων τις μουσικές που είχαν μια άλλη ατμόσφαιρα.

Τότε ήταν ο κύριος Στέλιος ο Κρητικός, που ήταν ψάλτης στην Παναγίτσα στην αρχή, μετά ήταν ο πρωτοψάλτης στη Μητρόπολη για πολλά πολλά χρόνια... Έκανε η μητρόπολη Ύδρας τη Βυζαντινή Σχολή Μουσικής που υπάρχει μέχρι σήμερα, ο Στέλιος τότε ήταν ο μοναδικός καθηγητής και διευθυντής της σχολής.

Θυμάμαι πολύ δειλά πήγα την ώρα που κάνανε μάθημα στη Μητρόπολη, τότε στο γραφείο της Μητρόπολης ήταν πιάνο, και πήγα κοντά στην πόρτα, γιατί είχα παρακαλέσει πολλές φορές τον πατέρα μου τον μακαρίτη να πάω και να γραφτώ κι εγώ, και ο πατέρας μου ήταν λίγο... ήταν τότε μιας νοοτροπίας διαφορετικής ...άμα θέλεις να πας να γραφτείς... όχι να με πάρει από το χέρι, να με πάει... κι εγώ τότε πήγαινα δημοτικό σχολείο, πήγαινε να γραφτείς στο Στέλιο , γείτονες είμαστε με το Στέλιο, πήγα λοιπόν εκεί που έκανε μάθημα και γυρίζει και μου λέει, το θυμάμαι σαν να είναι τώρα και συγκινούμαι κάθε φορά, κατάλαβε ότι κάποιος ήταν στην πόρτα και μου λέει: σου αρέσει; Πολύ! του λέω εγώ, κάτσε να τελειώσουμε και να σε δοκιμάσω... έπρεπε να δοκιμάσει τη φωνή, δεν υπήρχε περίπτωση, έπρεπε να μην είσαι φάλτσος για να συμμετέχεις, πράγμα το οποίο σήμερα εμείς δεν το κάνουμε, όποιος έλθει, θα καθίσει δίπλα στους άλλους και ακόμα και αν κάνει παραφωνία θα μαθητεύσει αν θέλει. Τότε δυστυχώς αυτό δεν γινότανε και κάποιοι πικράθηκαν από αυτό το πράγμα, κρίμα, ήταν κρίμα που δεν μπόρεσαν να μαθητεύσουνε.

Πολύ αργότερα μάθαμε για την ύπαρξη ενός καλού ψάλτη και ανθρώπου που έχει προσφέρει πάρα πολλά, δεν ζει βέβαια, ο Εμανούλ Φαρλέκας, αν πείτε σε εκκλησιαστικούς και ψαλτικούς κύκλους το όνομα Φαρλέκας θα σταθούν προσοχή, αυτός ήταν από την Κωνσταντινούπολη, και ήταν μέσα στα γραφεία του Πατριαρχείου, όμως κάποια στιγμή απελάθηκε, και ήρθε στην Ελλάδα και δούλεψε στα αντίστοιχα γραφεία εδώ στα γραφεία της Ιερής Συνόδου, και είναι ο πρώτος που έβγαλε τα δίπτυχα της εκκλησίας της Ελλάδος...

Ο Εμανουήλ Φαρλέκας ήτανε φάλτσος, δεν μπορούσε να ψάλλει, κι όμως στην Κωνσταντινούπολη είχε μαθητεύσει κοντά στους ψάλτες και είχε μάθει τη σημειογραφία και όλα αυτά... τη θεωρητική, και έγραψε ένα έργο τη “Μεγάλη Εβδομάδα” του Φαρλέκα, βιβλίο πολύτομο, που είναι η δυσκολότερη Μεγάλη Εβδομάδα από αυτές που έχουν εκδοθεί. Είναι πολύ απαιτητική σε φωνή και σε τάλαντο και σε γνώση της βυζαντινής μουσικής. Η παρτιτούρα της Μεγάλης Εβδομάδος του Φαρλέκα είχε πολλές απαιτήσεις, και μπορεί να μην μπορούσε εκείνος να την πει, αλλά... την έγραψε. Μια φορά ...καλή του ώρα...με τον Αχιλλέα τον Χαλδαιάκη αποπειραθήκαμε να την ψάλλουμε , βέβαια ο Αχιλλέας μπορούσε να την ψάλει, έχει φωνή, εγώ αριστερά στην Παναγίτσα ... με τίποτα!.. μου λέει δεν στο ξαναβάζω αυτό το δύσκολο πράγμα... άστο!

Ο Αχιλλέας Χαλδαιάκης είναι ένας μουσικολόγος κορυφή στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή και κοσμήτορας στη φιλοσοφική σχολή, είμαστε συμμαθητές , πνευματικά αδέλφια μέσα στην Παναγίτσα, εκείνος δεξιός ψάλτης εγώ αριστερός και μαθητεύσαμε μαζί,  πρώτα στον Κρητικό, μετά σπουδάσαμε μαζί στη Θεολογική σχολή Αθηνών, εκείνος μετά συνέχισε στην μουσικολογία... με την ευκαιρία που είμαστε στην Αθήνα πήγαμε σε δασκάλους για να μάθουμε πλέον συστηματικά. Ο πρώτος δάσκαλος τον οποίο προσεγγίσαμε ήταν ο Γρηγόριος Στάθης.

Τότε είχε φτιάξει τη σχολή παραδοσιακών οργάνων ο Αριστείδη Μόσχος, πίσω από το αρχαιολογικό Μουσείο και πήγαμε εκεί, όλα ήταν εκεί θαυμάσια, το κτίριο, οι δάσκαλοι, αλλά...πανάκριβα...δεν μπορούσαμε να ανταποκριθούμε σε όλα αυτά τα έξοδα, παρ' όλα αυτά καθίσαμε εκεί δυό  τρείς μήνες. Ο Αχιλλέας ξεκίνησε εκεί το σαντούρι, το συνέχισε το σαντούρι για δυο χρόνια περίπου, κι εγώ μπήκα στην τάξη του λαούτου, με δάσκαλο τον μακαρίτη Βασίλη Χατζόπουλο. Δεν μπορούσαν οι οικογένειες μας να μας στηρίξουν οικονομικά σ' αυτά τα θέματα για αυτό και η εκκλησία εδώ, η Ιερά Μητρόπολη μας υποστήριξε οικονομικά, μας πλήρωσε δίδακτρα, αγόρασε ένα λαούτο και ένα σαντούρι. Τότε ιδρύθηκε με εκκλησιαστική πρωτοβουλία ένας σύλλογος που ονομάστηκε “Σύλλογος προς διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και παράδοσης” και αρχίσαμε να κάνουμε μαθήματα παραδοσιακής μουσικής, και εράνους κλπ ,για να σώσουμε την Παλιαχώρα απο την κατάρρευση. Τότε πήγαμε σε παλαιούς μουσικούς όσοι ήτανε εδώ στην Αίγινα, στον “άπορο” , τον θείο μου τον Μιχάλη Παυλινέρη, αδελφό της γιαγιάς μου, που ήταν καλός βιολιστής στα νιάτα του. 

Ο Μιχάλης Παυλινέρης ήταν καλός βιολιστής γιατί ο πατέρας του, (ο προπάππος μου), τον είχε στείλει, όταν έδειξε το τάλαντο του, στη Σαλαμίνα που είχε καλούς μουσικούς, του πλήρωσε δίδακτρα,  να γίνεις καλός μουσικός του είπε, και έμαθε μουσική με νότες έγινε καλό μουσικός. 

Ο μπάρμπα Μιχάλης όταν αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον μας, δεκαετία του ογδόντα, γι' αυτά τα πράγματα, ήταν ήδη γέρος, δεν μπορούσε να σηκωθεί, βιολί δεν είχε πια.  Είχε ένα μαγαζί, ταβέρνα, πάνω στην Κυψέλη και το δούλευε ο ίδιος, τραγουδούσε ο ίδιος εκεί, υπάρχει ακόμα αυτό το μαγαζί αλλά είναι ερειπωμένο.                                 

Το βιολί του το είχε ο Βάιος Σκουλαρίκης, στη Σουβάλα... είναι και αυτός μακαρίτης τώρα. Ο Βάιος δεν ήταν Αιγινήτης , ήτανε νομίζω Λημνιός, γι' αυτό και το βιολί που έπαιζε ήταν παράξενο βιολί, εγώ κατόπιν το κατάλαβα όταν άκουσα ηχογραφήσεις από τη Λήμνο. Ο Βάιος εδώ στην Αίγινα έκανε και αυτός την πορεία του, μπορεί να μην ήταν από εδώ, αλλά έπαιξε πολύ εδώ στο νησί, και θα έλεγα επαγγελματικά. Κρατούσε πανηγύρια, χορούς, πήγαινε στο Σταυρό, πήγαινε σε κάποια εκκλησιαστικά πανηγύρια, και τότε δεν υπήρχε άλλο βιολί στην Αίγινα... που να φαίνεται τουλάχιστον... τον Μητσάρα τον ανακαλύψαμε πολύ μετά.  Ο “άπορος” είχε γεράσει πολύ, τον φέραμε κάτω όταν είχε γίνει μια γιορτή για το Αιγινήτικο τραγούδι στο Τιτίνα, και έπαιξε ο “άπορος”, υπάρχει ένα βιντεάκι που παίζω εγώ λαούτο και παίζει αυτός το ντρίο..

Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι; Ακούσαμε για κάποιον άνθρωπο εδώ που τραγουδάει βόγιες.

Όχι, δεν ζει, αυτός ήταν ο “πιλάφας” που λέγαμε, ο μπάρμπα Τάσος ο Λάμπρου, αυτός ήταν τότε στη γιορτή για το Αιγινήτικο τραγούδι που είχε παίξει και ο “άπορος,” και τον ανεβάσαμε και τραγούδησε.

 Να συνεχίσω λοιπόν... Ο Σίμων Καράς ήταν ο δάσκαλος μας στην Αθήνα, μετά από τον Αριστείδη Μόσχο, ένας εξαιρετικός δάσκαλος, ο θεός να αναπαύσει την ψυχή του, και το στοιχείο που μας έστρεψε τότε προς τα εκεί ήταν ότι υπήρχε μία σχολή που ήταν... δωρεάν, και πήγαμε να συνεχίσουμε εκεί την βυζαντινή μουσική.                       Ο Σίμων ήταν ένας άνθρωπος που είχε τις δικές του πολιτικές προϋποθέσεις, και ευκαίρως – ακαίρως ας πούμε, το κατέθετε αυτό, αλλά όλοι οι άλλοι μαθητές του ήταν δημοκρατικών αντιλήψεων, οπότε κρατήσαμε από το μακαρίτη το δάσκαλο ότι καλλίτερο μπορούσαμε, και ότι γλυκύτερο από τις γνώσεις του, και προσπαθούσαμε να μην επηρεαστούμε από ...άλλες αντιλήψεις, παλιές που δεν ήταν σωστές... 

Δεν μπορώ να μη μνημονεύσω και την παρουσία του μακαρίτη Μάριου Μαυροειδή, ενός καταπληκτικού ανθρώπου μουσικολόγου, που έφυγε πολύ νέος, ίσα ίσα μπόρεσε να κάνει το διδακτορικό του, πήγε και δίδαξε για λίγο στη μουσικολογία Κέρκυρας, και έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του ένα ωραίο βιβλίο που εκδόθηκε μετά θάνατο για τα “μακάμια” , ότι καλλίτερο υπάρχει, και ευτύχισα πραγματικά να τον έχω δάσκαλο μέσα στη σχολή του Σίμωνος Καρά, όπου είχαμε ντουέτο δασκάλων τον Μάριο και την Θεοδώρα Βάρσου ,που είναι σήμερα καθηγήτρια παραδοσιακών μουσικών οργάνων σε μουσικά λύκεια. Μας δίδαξε επίσης στη σχολή ο κύριος Τάσος Φωτοπουλος, Γιώργος Ρεμούνδος, και στο τέλος ο Νικόλαος Κλέντος.

Εκεί μας έκανε όργανα ο Χαράλαμπος Γιαννόπουλος, ήταν ο μοναδικός οργανοπαίχτης και δίδαξε κλαρίνο στον Αχιλλέα και σε μένα λαούτο.

Από εκεί πέρασα μερικά χρόνια χωρίς λαούτο (μαθήματα) ώσπου “έπεσα στα χέρια”  του Αλέξανδρου Σπίτζινγκ... χωρίς όμως ποτέ να τελειωθώ.

Στη σχολή του Σίμωνα Καρά, είδαμε πολλά όργανα μπροστά μας, στη συλλογή που είχε εκείνος, αλλά και σε γιορτές που έκανε εκεί. Είδαμε να έρχεται η Δόμνα Σαμίου, παλιά του μαθήτρια, να παρελαύνουν πολλοί μουσικοί.... ο Αλέκος Αραπάκης με το βιολί, ο Βασίλης Μάνης, ερχόταν με την τσαμπούνα ο Θεολόγος Γρύλης και έπαιζε...  Κάθε χρόνο στη σχολή γινόταν μια γιορτή την τσικνοπέμπτη, και αφού πρώτα γινόταν το μάθημα, ο κάθε μαθητής είχε φέρει κάτι και άρχιζε το γλέντι . Όλα αυτά για ένα φοιτητή τότε, εκτός από μεγάλη χαρά ήτανε και μάθημα, όταν λοιπόν εγώ είδα τσαμπούνα μπροστά μου, ήρθα εδώ που καθόμαστε τώρα και ρώτησα το γέρο τον παππού μου, τσαμπούνα υπήρχε στο νησί ποτέ; Υπήρχε παιδί μου λέει, τα παλιά χρόνια την παίζανε οι βοσκοί.

Δηλαδή από αυτό συμπεραίνουμε μέχρι στιγμής ότι η τσαμπούνα δεν υπήρχε τότε σαν όργανο, ούτε έχει βρεθεί κάποιο τέτοιο όργανο από τα παλιά.

Όργανο κατάφερα και απόκτησα εγώ ένα, φτιαγμένο στην Αίγινα. αλλά δεν είναι φτιαγμένο από Αιγινήτη, είναι φτιαγμένο από τον Μιχάλη τον λεγόμενο Παριανό στον Μεσαγρό. Με οδήγησε εκεί ο Βαγγέλης ο Σοφικίτης. Ο τεχνίτης ήταν ηλικιωμένος και του ζήτησα να μου παίξει κάτι, τελικά μου πούλησε μια τσαμπούνα αλλά δεν έπαιξε, δεν μπορούσε να φυσήξει δεν μπορούσε γενικά...

Είναι κρίμα που στη σχολή μας, τότε όταν ακόμα τα όργανα τα είχαμε στη σχολή βυζαντινής μουσικής... κι έχω κι εγώ μερίδιο ευθύνης σε αυτό... και δεν επέμεινα, είχε έρθει κάποιος εδώ να διδάξει κλαρίνο παραδοσιακό και δεν τον κρατήσαμε, Χατζηανδρέας λεγότανε Ανδρέας, έπαιζε και τσαμπούνα και γκάιντα, έπαιζε και αυτά τα όργανα με τον ασκό.Κρίμα.

Άλλη μια εμπειρία που έχω να σας μεταφέρω είναι: έγινε ένα γλέντι πριν από είκοσι χρόνια στο Φάρο εκεί που είναι τώρα ο Μάνητας, είχαν έρθει από την Κάρπαθο, ένας σύλλογος Καρπαθίων με Κώστα Ντινησάρη στο τραγούδι, και Γιάννη Τσαμπανάκη στην τσαμπούνα, κι ένας άλλος παππούς έπαιζε λίρα Καρπάθικη, αλλά δεν είχαν λαούτο, και όταν πέρασαν από την Παναγίτσα, ήταν της Αγίας Τριάδος και τους έκανα την αρτοκλασία, και μου είπαν έρχεσαι μαζί που θα πάμε στο μαγαζί;

Ναι να έρθω τους είπα, θέλετε να φέρω και το λαούτο μου να παίξω; αυτοί πετάγανε και είπανε ναι, και... έπαιξα με Καρπάθιους, και ήτανε πάρα πολύ ωραίο αυτό, και από τότε αγάπησα πραγματικά την Καρπάθικη μουσική και το λιροτσάμπουνο, πολύ ώραίο πράγμα...

Θέλω να κλείσω με κάποια βιώματα από το στρατό. 

Στη στρατιωτική θητεία ευτύχισα και πήγα σε μερικά σημεία, στη Σάμο πρώτα πρώτα. Στη Σάμο είχα τη φλογερίτσα μου και το λαούτο μαζί, και εκεί μείναμε μέσα σε ένα φυλάκιο στο Άνω Βαθύ της Σάμου και δίπλα μας ήταν ένας παππούς βοσκός οποίος έφτιαχνε μικρές τσαμπουνίτσες, μαντούρες θα τις λέγαμε σήμερα, χωρίς ασκό, μικρές, οπότε έμαθα κι εγώ και έφτιαχνα αυτό το πράγμα, και ακούγοντας με ένας οικοδόμος που δούλευε πάρα πέρα από το φυλάκιο, αυτός ο οικοδόμος ήταν ο Λευτέρης ο Λεβισιανός, είναι μουσικός της Σάμου, νομίζω ότι ζει ο άνθρωπος μέχρι σήμερα, με πήρε σπίτι του εκεί πέρα, φάγαμε ήπιαμε, και έπαιξε σαντούρι και τσαμπούνα, και τον μαγνητοφώνησα , ήταν ενα όμορφο σημείο της ζωής μου. Μια γλυκιά και πολύ ωραία στιγμή από το νησί αυτό. Αυτός με έστειλε και σε ένα άλλο γέρο ο οποίος λεγόταν Κώστας Κρητικός, δεν ζει σήμερα, ο οποίος και αυτός μου έπαιξε κάποια αποκριάτικα κομμάτια στην τσαμπούνα , αγνοώντας μάλιστα την παρατήρηση της γυναίκας του που του είπε, μα καλά θα βγάλεις την τσαμπούνα τώρα που είναι καλοκαίρι και δεν είναι απόκριες για αυτό το στρατιώτη που θέλει να σε μαγνητοφωνήσει;

Μετά φεύγω με μετάθεση από τη Σάμο και πηγαίνω Οκτώβριο μήνα στην Ήπειρο, στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας και μάλιστα στη Σαγιάδα πάνω στα σύνορα. Εκεί ήρθα σε επαφή με Αλβανούς μουσικούς, οι οποίοι παίξανε, περάσανε τα σύνορα και παίξαμε μέσα στις καλές ημέρες, Χριστούγεννα Θεοφάνια, περάσανε από κει και από ότι μου είπανε οι ντόπιοι εκεί, ο κλαριτζής ήταν γιος ενός διάσημου Αλβανού μουσικού βιολιστή ο οποίος λεγόταν Ρένας. Ο υιός του λοιπόν αυτός έπαιζε κλαρίνο, ζούσανε ακριβώς μέσα από τα σύνορα τα ελληνοαλβανικά, η κομπανία αυτή είχαν έρθει, ο ένας έπαιζε κλαρίνο, ο άλλος αντί για λαούτο κ.λ.π έπαιζε ακορντεόν, κάλυπτε όλα τα όργανα και λαούτο και βιολί μαζί, κι ο άλλος έπαιζε ντέφι και τραγουδούσαν κιόλας στα Αλβανικά, μετά το γυρίζανε στα Ελληνικά, τραγουδούσανε Ηπειρώτικο ρεπερτόριο αλλά και ότι μπορείς να φανταστείς, ακόμα και ελαφρολαϊκά και νησιώτικα. Έχω κάνει μια ηχογράφηση με αυτούς , και τους ζήτησα τότε να παίξουνε τον “Οσμαντάκα” και το τραγούδησα εγώ...και το κάνανε... Έχω και άλλες ηχογραφήσεις με Αλβανούς που τους συλαμβάνανε τότε σαν λαθρομετανάστες στα σύνορα, και επειδή βρήκα εκεί μια κατάσταση έτσι απάνθρωπη, να τους χτυπάνε να τους κακομεταχειρίζονται ,κ.λ.π. προσπάθησα και μπορώ να καυχηθώ ότι το πέτυχα να σταματήσει αυτό το πράγμα, και να κάνουμε το καθήκον μας και να μείνουμε εκεί. Δηλαδή να τους συλλάβουμε να τους παραδώσουμε μετά για να τους απελάσουν, αλλά μέχρι να περάσουνε αυτές οι ώρες δεν χρειαζότανε καμία άλλη κακομεταχείριση, μπορούσαμε να φάμε και να πιούμε μαζί ένα καφέ, να κάτσουμε εκεί και να περιμένουμε απλά να τους πάρουνε τους ανθρώπους, και στη διάρκεια αυτή τι καλλίτερο από το να μας τραγουδήσουνε...και εμείς να τους μαγνητοφωνήσουμε. Και το έκανα αυτό, έχουν βγει κάμποσα τραγούδια, υπήρχε ένα Αλαβανόπουλο που δούλευε στα ελληνικά χωράφια και είχε κάρτα και μπαινόβγαινε από τα σύνορα από το χωριό το Αλβανικό, ήξερε πολύ καλά Ελληνικά, νέο παιδί ήτανε και περνούσε από εμάς καθημερινά πίναμε τους καφέδες μας, και τον είχα βάλει και άκουγε αυτός τα τραγούδια που είχαν πει οι άλλοι, τα καταγράψαμε σε ένα τετράδιο, και έχουμε από τη μία πλευρά τα κείμενα στην Αλβανική γλώσσα και από την άλλη μεριά μου έχει κάνει τη μετάφραση, χωρίς να ξέρει να γράφει ελληνικά, μούλεγε τι σημαίνει κι εγώ το έγραφα... ήταν ένα ωραίο στρατιωτικό εργόχειρο της εποχής εκείνης που με συγκίνηση θυμάμαι...