Σεμνή κατά πάντα η μουσική θεών εύρημα ούσα.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Το Φλάουτο και "Ο Αυλητής του Χάμελιν".


 Φλάουτο (ιταλική λέξη). 
Πλαγίαυλος  στην ελληνική γλώσσα, ονομάζεται κάθε πνευστό, του οποίου ο ήχος προκύπτει από την πρόσκρουση ρεύματος αέρα σε μία λεπτή ακμή. Με την πρόσκρουση δημιουργούνται στρόβιλοι, οι οποίοι διεγείρουν ταλαντώσεις στον σωλήνα αέρα του οργάνου. Οι μεταβολές στο ύψος του παραγόμενου ήχου δημιουργούνται με κλείσιμο και άνοιγμα των οπών που βρίσκονται κατά μήκος του σωλήνα. Ανάλογα με το κράτημα του οργάνου διακρίνουμε το επίμηκες και το λοξό φλάουτο (flauto traverso, πλαγίαυλος), τα οποία παρουσιάζονται με πολλές παραλλαγές σε διάφορους πολιτισμούς.
Ιστορία 
Υπάρχουν ενδείξεις ότι είδη αυλού χρησιμοποιούσαν ως μουσικό όργανο ήδη άνθρωποι του νεάντερταλ, πριν από περίπου 50.000 χρόνια. Στην αρχαία Ελλάδα αντίστοιχο όργανο ήταν ο διπλός αυλός που απεικονίζεται σε πολλά αγγεία και γλυπτά. Ο πλαγίαυλος απεικονίζεται σε ρωμαϊκά και βυζαντινά γλυπτά, είναι δε διαδεδομένος στη μουσική της Ανατολικής Ασίας (αναφορές ήδη από τον 9ο αιώνα π.Χ.) και της Δυτικής Ευρώπης (αποδεδειγμένα από το 12ο αιώνα μ.Χ.) Η φλογέρα είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στη δημοτική μουσική της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων. Γερμανοί αρχαιολόγοι ανακάλυψαν φλάουτα από κόκαλα πουλιού και ελεφαντόδοντο, που είναι ηλικίας τουλάχιστον 35.000 ετών και πιθανότατα αποτελούν τα παλαιότερα μουσικά όργανα στον κόσμο.
Από την Αναγέννηση και μετά βεβαιώνουν πολλοί ζωγραφικοί πίνακες την ευρύτερη χρήση του πλαγίαυλου στην Ευρώπη.

Για την ακρίβεια, στη Δυτική Ευρώπη κυριαρχούσε από το μεσαίωνα μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα η φλογέρα. 
Από αυτή την εποχή και μετά διαδόθηκε ο πλαγίαυλος, ο οποίος και χρησιμοποιείται σήμερα τελειοποιημένος ως όργανο της ορχήστρας. 
Μέχρι περίπου τα μέσα του 17ου αιώνα ο σωλήνας του πλαγίαυλου ήταν ενιαίος με κυλινδρική διάτρηση. 
Στη συνέχεια παρουσιάστηκε, αρχικά στη Γαλλία, ένας τύπος που "σπάει" σε τρία τμήματα (σπαστός πλαγίαυλος 1780), την κεφαλή, το μεσαίο τμήμα και τη βάση. Από αυτά, η κεφαλή είχε κυλινδρική διάτρηση, ενώ τα άλλα μέρη μία αντίστροφη κωνική. Ο λυόμενος τύπος πλαγίαυλου εξυπηρετεί την ακρίβεια στη διάτρηση και τη διόρθωση του ήχου με παρεμβολή μεσαίων τμημάτων διαφορετικού μήκους.

Πηγη:el.wikipedia.org

                                                       Ο Αυλητής του Χάμελιν



Το έτος 1284 ένας μυστηριώδης άντρας εμφανίστηκε στο Χάμελιν. Φορούσε ένα πολύχρωμο πανωφόρι με έντονα, φωτεινά χρώματα και ισχυριζόταν ότι είναι σε θέση να παγιδεύει ποντίκια. Έτσι, υποσχέθηκε ότι για ένα συγκεκριμένο ποσό θα μπορούσε να ξεκάνει όλα τα ποντίκια και τους αρουραίους της πόλης. Οι πόλιτες συμφώνησαν και δέχτηκαν να πληρώσουν το ποσό. Τότε ο γητευτής των ποντικών έβγαλε μια μικρή φλογέρα από την τσέπη του κι άρχισε να παίζει. Τα ποντίκια και οι αρουραίοι άρχισαν αμέσως να βγαίνουν από τα σπίτια και μαζεύτηκαν γύρω του. Όταν κατάλαβε ότι τα είχε γητέψει όλα, κατευθύνθηκε προς τον ποταμό Βέσερ, σήκωσε τα πατζάκια του παντελονιού του και προχώρησε στο νερό. Τα ζώα τον ακολούθησαν και πνίγηκαν.
Τώρα που οι πολίτες είχαν λυτρωθεί από τη μάστιγα που τους ταλάνιζε, μετάνιωσαν που είχαν υποσχεθεί τόσα πολλά λεφτά σε αντάλλαγμα και χρησιμοποιώντας ένα σωρό δικαιολογίες αρνήθηκαν να τον πληρώσουν. Τελικά ο Αυλητής αποχώρησε, πικραμένος και θυμωμένος. Επέστρεψε στις 26 Ιουνίου, την ημέρα των Αγίων Ιωάννη και Παύλου, νωρίς το πρωί κατά τις 7 (αν και άλλοι επιμένουν πως ήταν μεσημέρι), ντυμένος αυτή τη φορά με κυνηγετικά ρούχα και βλέμμα που τρόμαζε – στο κεφάλι του φορούσε ένα παράξενο κόκκινο καπέλο. Φυσούσε στη φλογέρα του καθώς περπατούσε τους δρόμους, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν τα ποντίκια και οι αρουραίοι που βγήκαν από τα σπίτια να τον ακολουθήσουν, αλλά τα παιδιά: ένας μεγάλος αριθμός αγοριών και κοριτσιών από τα τέσσερα και πάνω. Ανάμεσά τους ξεχώριζε και η μεγαλύτερη κόρη του δημάρχου. Το πλήθος των παιδιών τον ακολούθησε κι αυτός τα οδήγησε σε ένα βουνό, όπου εξαφανίστηκαν όλοι μαζί.
Όλα αυτά τα είδε μια παραμάνα, η οποία κουβαλώντας ένα παιδί στην αγκαλιά της, τους ακολούθησε από απόσταση και μετά επέστρεψε γρήγορα, φροντίζοντας να μεταφέρει τα νέα στην πόλη. Οι ανήσυχοι γονείς έτρεχαν όλοι προς τις διαφορετικές πύλες της πόλης αναζητώντας τα παιδιά τους. Οι μητέρες φώναζαν κι έκλαιγαν με λυγμούς. Μέσα σε μία ώρα στάλθηκαν μαντατοφόροι προς κάθε κατεύθυνση να ρωτήσουν αν είχε δει κανείς τα παιδιά  – έστω ένα από αυτά – αλλά δίχως αποτέλεσμα.
Συνολικά εξαφανίστηκαν 130 παιδιά. Λέγεται πως δύο από αυτά ξέμειναν πίσω κι επέστρεψαν. Το ένα ήταν τυφλό και το άλλο κωφάλαλο. Το τυφλό παιδί δεν ήταν σε θέση να δείξει συγκεκριμένο τόπο, αλλά μπορούσε να εξηγήσει πως ακολούθησαν τον Αυλητή. Το κωφάλαλο παιδί ήταν σε θέση να δείξει τον τόπο, αλλά δεν είχε ακούσει το παραμικρό. Ένα μικρό αγόρι που φορούσε πουκάμισο με κοντά μανίκια, επέστρεψε για να πάρει το πανωφόρι του κι έτσι γλίτωσε την τραγωδία, διότι σαν επέστρεψε οι άλλοι είχαν ήδη εξαφανιστεί μέσα σε μια σπηλιά στο λόφο. Αν ρωτήσετε που βρίσκεται αυτή η σπηλιά, ακόμη και σήμερα, θα σας τη δείξουν.
Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα και πιθανότατα ακόμα και σήμερα, ο δρόμος που διάβηκαν τα παιδιά για να περάσουν την πύλη της πόλης ονομάζεται Σιωπηλός Δρόμος, διότι σ’ αυτόν δεν επιτρέπονται ούτε ο χορός, ούτε η μουσική. Πράγματι, κάθε φορά που μια γαμήλια πομπή διασχίζει το συγκεκριμένο δρόμο, καθώς κατευθύνεται προς την εκκλησία, οι μουσικοί σταματούν να παίζουν. Το βουνό κοντά στο Χάμελιν όπου εξαφανίστηκαν στα παιδιά ονομάζεται Πόπενμπεργκ. Εκεί έχουν στηθεί δύο πέτρινα μνημεία σε σχήμα σταυρού, ένα από την αριστερή πλευρά και ένα από τη δεξιά. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι τα παιδιά οδηγήθηκαν μέσα από μια σπηλιά στην Τρανσυλβανία.
Οι κάτοικοι του Χάμελιν κατέγραψαν το γεγονός στα αρχεία της πόλης, όπως και κάθε σχετική εξαγγελία έκτοτε για την εξαφάνιση των παιδιών.
Σύμφωνα με τον Seyfried, στο αρχείο αναφέρεται η 22η ως μέρα εξαφάνισης και όχι η 26η Ιουνίου.
Στο δημαρχείο χαράχτηκαν οι παρακάτω γραμμές:
Το έτος 1284 μετά τη γέννηση του Χριστού
Οδηγήθηκαν μακρυά από το Χάμελιν
Εκατόν τριάντα παιδιά, γεννημένα στον τόπο αυτό
Αποπλανημένα από έναν αυλητή στα έγκατα του βουνούΚαι στη νέα πύλη γράψαμε: Centum ter denos cum magus ab urbe puellos
duxerat ante annos CCLXXII condita porta fuit.
[Η πύλη αυτή χτίστηκε 272 χρόνια αφότου ο μάγος παρέσυρε μακρυά τα 130 παιδιά της πόλης.]
Κατά το έτος 1572, ο τότε δήμαρχος ζήτησε να απεικονιστεί η ιστορία στα παράθυρα της εκκλησίας. Η συνοδευτική επιγραφή δεν διαβάζεται πια. Επιπλέον, προς ανάμνηση του γεγονότος εκδόθηκε ένα νόμισμα.
Πηγή: http://www.pitt.edu/~dash/hameln.html#grimm245



Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Ούτι. Η ιστορία ενός άταστου έγχορδου


images oudΌταν κανείς πάει να μιλήσει για το ούτι, έρχεται κατευθείαν αντιμέτωπος με το ερώτημα : Ποιο ούτι;  Με τον όρο «ούτι» αναφερόμαστε σε μια μεγάλη οικογένεια οργάνων που μοιράζονται κάποια κοινά στοιχεία όμως πολλές φορές τόσο τα χαρακτηριστικά τους (σχήμα, μέγεθος, αριθμός χορδών) όσο και ο ήχος τους έχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ τους.
Η λέξη «al oud» στα αραβικά, «ud» στα τούρκικα, «ούτι» στα ελληνικά χαρακτηρίζει ένα έγχορδο άταστο όργανο με δυσανάλογα μικρό μανίκι για τόσο μεγάλο σκάφος. Από εκεί και πέρα η χρήση του στις διάφορες μουσικές κουλτούρες μπορεί να είναι τόσο διαφορετική, ώστε δύσκολα ένα απαίδευτο αυτί να μπορεί να το αναγνωρίσει σαν το ίδιο όργανο. Σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν τρεις μεγάλες σχολές: η αραβική, η τουρκική και η βορειοαφρικανική. Προσωπικά, τέτοιου είδους κατηγοριοποιήσεις δεν τις θεωρώ και ιδιαίτερα ακριβείς, ωστόσο μας επιτρέπουν να έχουμε μια πιο συνολική εικόνα.
Σχετικά με την καταγωγή του οργάνου, υπάρχουν πολλές θεωρίες και πολλά ωραία παραμυθάκια. Μάλλον, όμως, όλα δείχνουν ότι −όπως άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος αυτού που σήμερα ονομάζουμε μεσογειακή μουσική− ήρθε από την Περσία. Εκεί συναντάμε όργανα όπως το Ρουντ και το Μπερμπάντ, που είναι πιθανοί πρόγονοι αυτού του οργάνου που συναντάμε στη Μεσόγειο. Άλλωστε, και το ούτι μέσα από το πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκε σε άλλα όργανα, όπως για παράδειγμα το αναγεννησιακό λαούτο και μετέπειτα η κλασική κιθάρα. Το πιο σημαντικό όμως, όπως έλεγε και ένας από τους δασκάλους μου, ο τυνήσιος Καμέλ Φερτζανί, δεν είναι ποιος το έφτιαξε, αλλά ποιος το παίζει. Και δεν υπάρχει άλλος λαός που να αγάπησε και να «εξέλιξε» το ούτι τόσο όσο οι Άραβες.
yiannis oudΤο ούτι έφτασε στους Άραβες, όπως είπαμε παραπάνω, μάλλον από την Περσία, ωστόσο πολύ γρήγορα αραβοποιήθηκε και απόκτησε δικό του στιλ. Ένα στιλ που χαρακτηρίζεται από ένα παίξιμο αρκετά πιο ρυθμικό και λιγότερο σολιστικό, σε σχέση με το τουρκικό. Ήταν (και είναι) τόσο μεγάλος μάλιστα ο σεβασμός προς αυτό το όργανο, ώστε όλοι οι μεγάλοι Άραβες φιλόσοφοι όπως ο Al Farabi και ο Al Kindi χρησιμοποιούσαν το ούτι όταν αναφέρονταν σε μουσικά θέματα.
Ο όγδοος αιώνας ήταν ίσως από τους πιο καθοριστικούς σε ό,τι αφορά στην εξέλιξη του οργάνου. Είναι η εποχή όπου έζησαν μερικοί από τους πιο γνωστούς μουσικούς στο ούτι, όπως οι Ibrahim al Mouse και οι δύο του μαθητές, Ishaq al Mouse και Ziryab. Ο Ishaq al Mouse είναι αυτός που ίδρυσε τη σχολή της Βαγδάτης, μια αρκετά συντηρητική σχολή, επηρεασμένη κυρίως από την περσική παράδοση. Ο άλλος συνάδελφός του, ο Ziryab δίδασκε και αυτός στη σχολή της Βαγδάτης, όμως κάποια στιγμή ήρθε σε σύγκρουση με τον συντηρητισμό της. Δυστυχώς, εκείνες οι εποχές ήταν κάπως σκοτεινές και γεμάτες ίντριγκες, οπότε ο Ziryab εξορίστηκε στην Ισπανία, συγκεκριμένα στο χαλιφάτο της Κόρδοβα, όπου και βρήκε υποστήριξη από τον εκεί χαλίφη τον Αμπντεραχμάν ΙΙ. Σαν μουσικός της αυλής του χαλίφη ίδρυσε τη δική του σχολή, τη διάσημη πλέον σχολή της Κόρδοβα.
Σε αυτόν τον καινούργιο τόπο το ούτι γνώρισε ίσως την πιο δραστική του εξέλιξη. Ο Ziryab συνέγραψε παιδαγωγικές μεθόδους για την εκμάθηση του οργάνου, που κάποιες χρησιμοποιούνται ακόμη και μέχρι σήμερα, καθώς επίσης συνέθεσε πολλά έργα που πλέον θεωρούνται κλασικά για το ρεπερτόριο του οργάνου αυτού.
yiannis oud1
Σήμερα το ούτι είναι ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό όργανο του αραβικού κόσμου (αν και τα πλήκτρα έχουνε κάνει μεγάλη ζημιά). Βέβαια, όταν μιλάμε πλέον για αραβικό ούτι αναφερόμαστε κυρίως στο αιγυπτιακό, μιας και λόγω της τηλεόρασης και του κινηματογράφου η αιγυπτιακή μουσική πέρασε σε όλους τους Άραβες και θεωρήθηκε σαν εστάνταρ. Παρ’ όλα αυτά, στο αραβικό ούτι διακρίνουμε πολλά και διαφορετικά στιλ με πιο χαρακτηριστικά ίσως αυτά του Ιράκ, της Μέσης Ανατολής και του Μαγρέμπ.
Το ούτι διδάσκεται σε όλα τα ωδεία των αραβικών χωρών και θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τόσο σημαντικό για την αραβική μουσική όσο το πιάνο για την δυτική. Μερικά από τα πιο γνωστά ονόματα στο αραβικό ούτι είναι οι: Mohammed Abdel Wahab και Farid al-Atrash από την Αίγυπτο, ο Munir Bashir και ο Naseer Shamma από το Ιράκ, ο Simon Shaheen από την Παλαιστίνη, οι Anouar Brahem και ο Dhafer Youssef από την Τυνησία και πολλοί άλλοι.
Το ούτι στη Ελλάδα ήρθε μετά τη Μικρασιατική καταστροφή μέσα από τους πρόσφυγες. Το πρωτοσυναντάμε σε ηχογραφήσεις της πρώιμης περιόδου του ρεμπέτικου, με πιο χαρακτηριστικά ονόματα τον Αγάπιο Τομπούλη και τον Αρμένιο Μάρκο Μέλκον. Με την εισβολή όμως των μπουζουκιών και την εκδυτικοποίηση της ελληνικής μουσικής, το ούτι εξαφανίζεται από την μουσική σκηνή, με μόνη λαμπρή εξαίρεση το μεγάλο δάσκαλο Νίκο Σαραγούδα, ο οποίος εξακολούθησε να ηχογραφεί με το ούτι του. Αν και το όργανο επανήλθε στα μουσικά πράγματα μόλις τα τελευταία 20 χρόνια, οι Έλληνες ουτίστες κατέχουν πλέον μια καλή θέση στη μεγάλη οικογένεια του οργάνου αυτού.

  πηγη: frakalart.gr

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

Βιολί, ενας ήχος μαγικός

«Κάμε τόπο να διαβώ! Εγώ, το βιολί, που με βλέπεις τώρα κορδωμένο στη βιτρίνα μέσα, ήμουνα λέφτερο πουλί! Λάλησα σε γάμους και σε πανηγύρια κι έκλαψα πάνου σε μνήματα! Ανέβαινα σε πάλκα και με τη φωνή μου λιώνανε σόλες απ' τον χορό. Τραγούδησα, ταξίδεψα, είδα κόσμο! (...) Το τι έπαιξα εγώ δεν το βάνει ο νους σου: Σ' ούλους τους τόπους είχα να τους μολογήσω τα δικά τους, για να ανοίξει η ψυχή τους». 
(απόσπασμα από το βιβλίο : Ενα βιολί διηγείται)

Το βιολί είναι έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι. Το συνολικό μήκος του οργάνου είναι περίπου 60 εκ., ενώ το μήκος του ηχείου μόνο 35 εκ. Το ηχείο μοιάζει σχηματικά με τον αριθμό 8 και απαρτίζεται από δύο κυρτά και ένα κοίλο μέρος.
Οι τέσσερις χορδές του βιολιού διαφορετικού πάχους είναι κατασκευασμένες από ατσάλι, ενώ πολλοί σολίστες χρησιμοποιούν εντέρινες ή μετάξινες με περιέλιξη ασημιού αρχικά από έντερο ζώων και αργότερα από χαλκό και χάλυβα, που κουρδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 44 χρωματικούς φθόγγους.
Το δοξάρι του βιολιού είναι ένα τόξο, με το οποίο τεντώνονται 150-250 τρίχες αλόγου. Οι τρίχες αλείφονται με κολοφώνιο για να «πιάνουν» καλύτερα στις χορδές.
Το βιολί εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα ως εξέλιξη του μεσαιωνικού Φιντλ (αγγλ. fiddle), όργανο που χρησιμοποιούσαν οι τροβαδούροι για να συνοδεύουν τα τραγούδια τους και του ιταλικού Λύρα ντα μπράτσο (ιταλ. lira da braccio).
Τη σημερινή μορφή του την πήρε κυρίως στην Ιταλία, όπου μεγάλες οικογένειες κατασκευαστών όπως οι Αμάτι, Γκουαρνέρι και Στραντιβάριους, δημιούργησαν θαυμάσιας ακουστικής όργανα που μέχρι και σήμερα θεωρούνται αξεπέραστα. Κατά την εποχή της αναγέννησης δημιουργήθηκαν σημαντικές σχολές βιολιού, που άκμασαν στη Βενετία, τη Μπολώνια, τη Φλωρεντία, τη Ρώμη και σε άλλες ιταλικές πόλεις.
Τα πρώτα βιολιά χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση έργων λαϊκής και χορευτικής μουσικής. Οι περισσότεροι μεγάλοι συνθέτες έγραψαν μουσική για σόλο βιολί, μεταξύ των οποίων οι δάσκαλοι του Μπαρόκ Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και Γκέοργκ Φρήντριχ Χέντελ. Στη συμφωνική ορχήστρα είναι το αρχαιότερο και κύριο μελωδικό όργανο και διαφοροποιείται σε δυο ομάδες, τα πρώτα και τα δεύτερα, όχι λόγω κάποιας κατασκευαστικής διαφοράς αλλά εξαιτίας της διαφορετικής μουσικής γραφής.

Πού οφείλεται ο θεϊκός ήχος των βιολιών Stradivarius;
Ο θεϊκός ήχος που βγαίνει από τα διάσημα βιολιά Stradivarius, έχει δημιουργήσει μύθους, άλλα έχει προκαλέσει και την περιέργεια των επιστημόνων που έκαναν έρευνες και πειράματα για να βρουν από πού προέρχεται ο μαγικός τους ήχος.

Ο διάσημος κατασκευαστής βιολιών Antonio Stradivari χρησιμοποιούσε ένα ειδικό ξύλο από δέντρα που μεγάλωναν στη λεγόμενη «Μικρή Εποχή των Παγετώνων», δηλαδή μεταξύ 1645 και 1715.

Μέσα σε αυτούς τους μεγάλης διάρκειας χειμώνες, το ξύλο των δέντρων αυξανόταν αργά και ομοιόμορφα, αποκτώντας χαμηλή πυκνότητα και μεγάλη ελαστικότητα, αποδίδοντας άριστη τονική ποιότητα ήχου στο βιολί.
Η αστρονομική αξία τους . Στην τιμή των 11 εκατομμυρίων ευρώ πουλήθηκε σε δημοπρασία μέσω διαδικτύου ένα βιολί Στραντιβάριους. Το βιολί ήταν μέρος της συλλογής του ιαπωνικού ιδρύματος μουσικής Nippon και τα έσοδα θα διατεθούν για την ενίσχυση των θυμάτων του σεισμού και του τσουνάμι στην Ιαπωνία.
Σύμφωνα με το BBC, η δημοπρασία οργανώθηκε από τον οίκο Tarisio, αλλά το όνομα του αγοραστή δεν έχει γίνει γνωστό.

Ένας μύθος. Λέγεται οτι ο Αντόνιο Στραντιβάρι, εναπόθετε τα βιολιά του σε συγκεκριμένες ημερομηνίες υπό το φως της Σελήνης, για να αποκτήσουν μια ιδιαίτερη απόχρωση στον Τόνο, σχεδόν εξωπλανητική.

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

Λαούτο, ο πρόγονος των μουσικών οργάνων

«΄Ηπαιρνε το λαγούτον του και σιγανά επορπάτει

κ’ εχτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι.

Κι αιτόνος ο τραγουδιστής κι αυτός ο λαγουτάρις

είναι μεγάλη δύναμις, είναι μεγάλη χάρις."


Οι κορδές του λαγούτου ντου πουλλιά’ν και κιλαηδούσι.


     Το λαούτο είναι κατ’ εξοχήν όργανο συνοδείας και συγκαταλέγεται μεταξύ όλων των συνδυασμών των λαϊκών μουσικών συγκροτημάτων. Στην οικογένεια του λαούτου, σύμφωνα με την εθνομουσικολογία ανήκει κάθε χορδόφωνο που έχει ηχείο καπάκι και χορδές τεντωμένες παράλληλα προς το καπάκι του ηχείου και το χέρι και παίζονται με τα δάχτυλα ή με πένα.Χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: στα μακριά λαούτα και στα κοντά λαούτα. Στα τέλη του 19ου αιώνα το λαούτο κατασκευαζόταν σε τρία μεγέθη. Σήμερα έχει επικρατήσει το μεσαίο μέγεθος. Και αυτό διαφέρει στις διαστάσεις του από κατασκευαστή σε κατασκευαστή, αν και οι διαφορές είναι μικρές και χωρίς σημασία για την όλη λειτουργία του οργάνου. Πρώτου μεγέθους λαγούτο, μεγαλύτερο στο μάκρος, το φάρδος και το πλάτος σε σύγκριση με τα’ άλλα που παίζονται και κατασκευάζονται στην Ελλάδα είναι σήμερα το κρητικό λαούτο.

  Το λαούτο φαίνεται ότι έπαιζε σημαντικότατο ρόλο, στην μουσική παράδοση πολλών λαών, από την αρχαιότητα. Λαοί όπως οι Σουμέριοι, οι Αιγύπτιοι, οι Χετταίοι και οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν μουσικά όργανα που σήμερα χαρακτηρίζονται ως λαουτοειδή παρ’ όλο που αποτελούν προγόνους των σημερινών λαούτων.


Αρχαια εποχή . Μακριά λαούτα, με μικρό ηχείο και μακρύ χέρι, είναι τα αρχαιότερα της οικογένειας του λαούτου(3η χιλιετία π.Χ, Μεσοποταμία). Σ’ αυτή τον τύπο ανήκει και το αρχαιοελληνικό τρίχορδο ή πανδούρα. Κοντά λαούτα ανιχνεύονται ήδη από τον 8ο αιών. π.Χ στην ελαμιτική τέχνη. Όργανα παρόμοια με το λαούτο απαντώνται σε πολλές αρχαίες και σύγχρονες κοινωνίες. Το σημερινό ελληνικό λαούτο είναι μια σχετικά νεότερη παραλλαγή που διαμορφώνεται το 17ο αιών. πιθανό στο ελλαδικό χώρο και ουσιαστικά αποτελεί ένα είδος ταμπουρά, που είναι ίσως το κοντινότερο όργανο στην αρχαία ελληνική πανδούρα.

Το λαούτο της αναγέννησης. Ελκει την καταγωγή του από την Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα από ένα αραβικό όργανο με το όνομα al ud (το ud, το ξύλο). Το όργανο αυτό είχε μεγάλο, καμπύλο αντηχείο, βραχύ λαιμό χωρίς τάστα, που κατέληγε σε με κεφαλή που έφερε κλειδιά, στα οποία δένονταν οι χορδές. Γενικά θεωρείται ότι το ευρωπαϊκό λαούτο δημιουργήθηκε στην Ιβηρική Χερσόνησο, από τους Άραβες που το έφεραν μαζί τους και κατοίκησαν επί μακρών την Ισπανία. Έτσι το λαούτο απέκτησε σιγά σιγά μετακινούμενα τάστα και πήρε την μορφή που περιγράφεται παραπάνω. Παράλληλες μορφές εξελίχθηκαν από το al – ud στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Στη χώρα μας έχουμε τουλάχιστον δυο παραλλαγές, το κρητικό – νησιώτικο και το πολίτικο (λάφτα).
Το σύγχρονο λαούτο. Το δημοτικό τραγούδι βρίσκεται πάντα στα χείλια του Ελληνικού λαού και πολλές φορές βγάζει μ’ αυτό τον πόνο της καρδιάς του. Το ίδιο βρίσκονται και τα λαϊκά, μουσικά όργανα που, είτε πρωταγωνιστούν είτε συνοδεύουν τις παραδοσιακές μελωδίες και τα τραγούδια. Το λαούτο έχει πάμπολλες φορές συνοδεύσει δημοτική ποίηση, ακριτικά τραγούδια, ακόμα και λυρική ποίηση. Είναι ένα όργανο που αναφερόταν πολύ τα παλαιότερα χρόνια. Το βρίσκουμε σε χεορόγραφα του 16ου και 17ου αιώνα όπως στον «Ερωτόκριτο» του Βιτζέντζου Κορνάρου έργο που είναι γνωστό για την λυρική ποιητική του αξία.
«΄Ηπαιρνε το λαγούτον του και σιγανά επορπάτει
κ’ εχτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι.
Κι αιτόνος ο τραγουδιστής κι αυτός ο λαγουτάρις
είναι μεγάλη δύναμις, είναι μεγάλη χάρις
Οι κορδές του λαγούτου ντου πουλλιά’ν και κιλαηδούσι.»
Το λαούτο που είναι γνωστό ως λαγούτο, λαβούτο (από το αραβικό al oud που θα πει ξύλο), παλιότερα λεγόταν και «τυφλοσούρτης» γιατί κρατούσε το ρυθμό σε κάποιο βιολί ή λύρα ή κλαρίνο. Το ηχείο του λαγούτου στην Ελλάδα έχει σχήμα αχλαδιού, μακρύ χέρι που στην απάνω μεριά γέρνει προς τα πίσω, μακρύ χέρι που στην απάνω μεριά γέρνει προς τα πίσω, κλειδιά από τα πλάγια, διπλές χορδές στερεωμένες στο καπάκι και παίζεται μ’ ένα πενάκι (όπως λέγεται)
Στο τέλος του 19ου αιώνα το κατασκεύαζαν σε 3 μεγέθη. Σήμερα χρηιμοποιούν μόνο το μεσαίο. Οι διαστάσεις του διαφέρουν, βέβαια, ανάλογα μ’ αυτόν που θα το χρησιμοπιοήσει∙ άλλος ζητάει από τον κατασκευαστή να έχει το όργανό του πιο βαθύ ηχείο, άλλος πιο μακρύ χέρι, ή πιο κοντό.
Σε σύγκριση με όσα λαούτα χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα, το Κρητικό λαούτο είναι μεγαλύτερο σε μάκρος, φάρδος και βάθος.
Πολλά έχει να σκεφτεί ο κατασκευαστής αυτού του οργάνου. Κατ’ αρχήν πώς θα επιτύχει καλύτερο ήχο, σε ποιές καιρικές συνθήκες μπορεί ν’ αντέξει το ξύλο και να μη σκεβρώσει, ακόμα και την καλαίσθητη παρουσία που θα έχει όταν το παραδώσει.
Το πενάκι του λαούτου γίνεται από φτερό αρπακτικού πουλιού (συνήθως γύπα, αετού ή γερακιού) και στην ανάγκη από φτερό γαλοπούλας ή από πλαστικό. Μεγαλύτερης, όμως, αντοχής είναι οι πένες από φτερό αρπακτικού πουλιού.
Κάθε λαουτιέρης για να είναι ασφαλής ότι θα μπορέσει να παίξει χρειάζεται το λαγούτο του, πρέπει να’ χει μαζί του και εφεδρικές πενές.
Η ένταση του ήχου εξαρτάται από το παίξιμο του λαουτιέρη.
Το μαλακό παίξιμο δίνει γλυκύτερο ήχο ενώ το σκληρό δίνει δυνατό ήχο. Όλα κανονίζονται ανάλογα με το αν το λαγούτο συνοδεύει απλά τραγούδι, ή αν συνοδεύει ένα ή πολλά όργανα, αν ο χώρος είναι μεγάλος ή μικρός, ανοιχτός ή κλειστός.
Το λαούτο σαν αρμονική συνοδεία χρησιμοποιείται, γενικά, σ’ όλη την Ελλάδα αλλά ιδιαίτερα στα νησιά και στα χωριά σε λαϊκές διασκεδάσεις, γάμους, βαφτίσια κλπ.
Η παραδοσιακή, δημώδης μουσική είναι πολύτιμη γιατί διασώζει και περνάει από γενιά σε γενιά τις ρίζες της φυλής, μαζί με τους πόνους, τους μόχθους και τους αγώνες για την απόκτηση της λευτεριάς και της ανεξαρτησίας της πατρίδας μας.

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Το Μπουζούκι και η Ιστορία του


 Το πλέον αγαπημένο και πλέον συκοφαντημένο όργανο στην Ελλάδα είναι ίσως το μόνο που έχει ελάχιστες, κυρίως αισθητικές, διαφορές από τον αρχαίο του πρόγονο, την Πανδούρα. Ταυτόχρονα είναι το μόνο όργανο, με βάση αυτήν την καταγωγή, που δίχαζε τον ελληνισμό από την αρχαιότητα. Όπως συντείνουν σχεδόν όλοι οι ερευνητές και λαογράφοι, η μοίρα του Τρίχορδου, ή Πανδούρας, ή Ταμπουρά, αργότερα στην ανατολή Σάζι και τελικά Μπουζουκιού, μοιάζει να είναι ένα συνεχές πήγαινε-έλα μεταξύ Ελλάδος και Ανατολής.
Ήδη από τα αρχαία χρόνια, πανθομολογείται η εισαγωγή της Πανδούρας από την Ανατολή, όργανο με ηχείο αχλαδόσχημο, μανίκι διπλάσιου μήκους και τρεις διπλές χορδές με την ίδια ακριβώς σχέση που χρησιμοποιείται και στο εξάχορδο μπουζούκι. Η μεγάλη επιτυχία της πανδούρας οφείλεται στην δυνατότητα παραγωγής μεγάλου πλούτου ήχων με μικρό αριθμό χορδών. Στα Βυζαντινά Χρόνια, μοιάζει να κατακτά κάποια απήχηση και στις τάξεις των Λογίων μιας και είναι το ενδεδειγμένο (μαζί με το κανονάκι) όργανο για την διδασκαλία της Βυζαντινής μουσικής, ενώ πλούσια είναι και η απεικόνιση Ταμπουράδων όπως και οι αναφορές στην δημοτική αλλά και την λόγια ποίηση της εποχής. Μάλιστα, παρά την εσφαλμένη πεποίθηση πως η ονομασία μπουζούκι εμφανίζεται μαζί, ήδη από τα Βυζαντινά χρόνια παρατηρείται η χρήση του όρου παράλληλα με τους αρχαιότερους Ταμπουράς, Θαμπούριν, Πανδούρα.
Το μπουζούκι ανήκει στην οικογένεια των οργάνων με μακρύ λαιμό, όπως το Σάζι, ο Ταμπουράς κ.α.. Το όνομα Μπουζούκι πιστεύετε πως προέρχεται από την λέξη Μποζούκ που σημαίνει σπασμένος αναφερόμενο προφανώς στην αλλαγή που υπέστη το όργανο από την Ανατολική και Κεντρική Ασία.
Κατά την διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας (1919-1922), το μπουζούκι κάνει την εμφάνισή του στην Ελλάδα. Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους τα Σμυρνεϊκα, στα οποία έπαιζαν το Αλ Ούντ ή το Ούτι όπως οι ίδιοι το έλεγαν. Πολύ σύντομα το ούτι αντικαταστάθηκε από το μπουζούκι και τα Σμυρνεϊκα επηρέασαν το ρεμπέτικο.
 Έτσι στα τέλη της δεκαετίας του 1920, μετά την εθνική ολοκλήρωση (μέσω της μικρασιατικής καταστροφής) θα εμφανιστούν και οι πρώτες ορχήστρες μπουζουκιών. Πρώτη και θρυλλικότερη η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, που ιδρύει ο Μ. Βαμβακάρης το 1929 με τρία μπουζούκια [Βαμβακάρης, Δελιάς Παγιουμτζής] και έναν μπαγλαμά [Μπάτης]. Το μπουζούκι γίνεται πλέον ο βασιλιάς της λαϊκής ορχήστρας. Το τέταρτο ζεύγος χορδών που ο Μανώλης Χιώτης προσθέτει αμέσως μετά τον πόλεμο, είναι η σημαντικότερη ίσως αλλαγή στην μορφή του μπουζουκιού στα 2300 χρόνια της ελληνικής του ιστορίας. Μια αλλαγή, που σε μια κρίσιμη καμπή της πορείας του, τού προσέφερε νέες, τεράστιες, εκφραστικές δυνατότητες και το κατέστησε απόλυτο κυρίαρχο της ελληνικής μουσικής.
Αυτό που στην πραγματικότητα συνέβη στα τέλη του 19ου αι. είναι ο εξοβελισμός του μπουζουκιού από τις κλασικές λαϊκές ορχήστρες. Την εποχή εκείνη, σχηματοποιούνται, οριστικά πλέον, δύο μορφές λαϊκής ορχήστας: η κομπανία στην στεριανή Ελλάδα (κλαρίνο, βιολί, λαούτο, σαντούρι) και η ζυγιά στα νησιά (βιολί-λαούτο, λύρα-λαούτο). Εδώ ακριβώς βρίσκονται οι ρίζες της νέας του ακμής. Το μπουζούκι (ονομασία που κυριαρχεί πλέον έναντι του Ταμπουρά) γίνεται κυρίαρχο όργανο των μοναχικών τραγουδοποιών, κι όχι των επαγγελματιών μουσικών των πανηγυριών. Των απόκληρων και των Ρεμπέτηδων!

Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την διαμόρφωση εκείνη την εποχή της ρωμαλέας, αστικής κλεφτουριάς (Μαγκιά), σηματοδοτεί την νέα ακμή του μπουζουκιού.